Η Αθήνα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, αντιμέτωπη με την ορμή της τουριστικής ανάπτυξης και την εκτόξευση των αξιών της γης. Η ταυτότητά της ως μιας ζωντανής μητρόπολης δοκιμάζεται, ένα ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης στο Athens Democracy Forum. Σε αυτό το πλαίσιο, ο σερ Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, ο διακεκριμένος αρχιτέκτονας που έχει αναλάβει τη νέα εποχή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, εξέφρασε τους έντονους προβληματισμούς του από το βήμα της Στοάς του Αττάλου.
Η ανησυχία του βραβευμένου με Pritzker δημιουργού επικεντρώνεται στο κατά πόσο η ελληνική πρωτεύουσα θα καταφέρει να διατηρήσει τον αυθεντικό της ιστό. Όπως χαρακτηριστικά διερωτήθηκε: «Για ποιον χτίζεται πραγματικά η πόλη και ποιος έχει θέση σε αυτήν; Όταν η οικονομική ανάπτυξη γίνεται η βασική προτεραιότητα, η κατοικία, ο δημόσιος χώρος, οι κοινωνικές υποδομές, η βιοποικιλότητα και η ίδια η κοινότητα κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερη μοίρα». Ο ίδιος αναγνωρίζει τη μοναδικότητα της πρωτεύουσας, σημειώνοντας πως: «Νομίζω ότι η Αθήνα είναι μια πολύ ιδιαίτερη πόλη, με την έννοια ότι εξακολουθεί να έχει έναν πολύ ισχυρό χαρακτήρα κατοίκησης. Πώς διατηρείς αυτή την ποιότητα, μια πραγματική πόλη όπου οι άνθρωποι ζουν; Δεν μπορείς να τη διατηρήσεις αν οι αξίες της γης ανέβουν τόσο πολύ ώστε όλοι να αναγκαστούν να φύγουν. Δεν μπορείς να τη διατηρήσεις αν ο τουρισμός γίνει τόσο κυρίαρχος ώστε να την αντικαταστήσει. Αυτά είναι τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε και, αν δεν τα αντιμετωπίσουμε, εγκαταλείπουμε τις ευθύνες μας».
Ο Τσίπερφιλντ δεν δίστασε να αποδομήσει τον μύθο του απόλυτα ελεύθερου δημιουργού, ρίχνοντας φως στις πραγματικές δυνάμεις που διαμορφώνουν το αστικό τοπίο. Παραδέχτηκε ανοιχτά πως: «Οι αρχιτέκτονες έχουν μια πολύ προβληματική σχέση με την εξουσία και, θα έλεγα, με την αλήθεια. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε μια δύσκολη και άβολη σχέση με την εξουσία. Δεν είμαστε ελεύθεροι δημιουργοί. Δεν είμαστε καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε απλώς να αποφασίσουμε ότι θα χτίσουμε κάτι. Χτίζουμε για άλλους ανθρώπους, κατόπιν ανάθεσης από έναν πελάτη».
Στο σημερινό περιβάλλον, αυτός ο πελάτης είναι συχνά ταυτισμένος με το κέρδος, κάτι που αφαιρεί από τον αρχιτέκτονα τον ευρύτερο ρόλο του στην κοινωνία. Σύμφωνα με τον ίδιο: «Η αρχιτεκτονική δεν βρίσκεται σε διαφορετική θέση από την υπόλοιπη κοινωνία μας. Ζούμε σε μια κοινωνία που κινείται από τη δύναμη της νομισματοποίησης. Και, δυστυχώς, στην περίπτωση των πόλεών μας μοιάζει να μην υπάρχει κάποια άλλη φωνή που να αντιστέκεται στην ιδέα ότι τα κτίρια είναι τρόποι να αποσπάσεις τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομική αξία από ένα κομμάτι γης».
Αυτή η εμπορευματοποίηση υπονομεύει τον πυρήνα της αστικής συμβίωσης, οδηγώντας σε έναν επικίνδυνο αποκλεισμό. Ο αρχιτέκτονας τόνισε την ανάγκη να επιστρέψουμε στις θεμελιώδεις αξίες του αστικού σχεδιασμού: «Και νομίζω ότι εδώ επιστρέφουμε στην ιδέα της δημοκρατίας. Η πόλη θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει τις φιλοδοξίες μας. Θα έπρεπε να μας προστατεύει. Θα έπρεπε να είναι το κέντρο της δημιουργικής και της κοινωνικής μας ζωής. Οι πόλεις χάνουν όλο και περισσότερο αυτές τις ιδιότητες. Τα κέντρα των πόλεών μας έχουν μετατραπεί σε προορισμούς τουριστικής ψυχαγωγίας. Οι αξίες της γης έχουν ανέβει τόσο πολύ και τώρα η πόλη παύει να είναι τόπος καταφυγίου, συνύπαρξης, κοινωνικότητας και όλων αυτών των πραγμάτων».
Παράλληλα, άσκησε δριμεία κριτική στην τάση των εντυπωσιακών, αλλά αποκομμένων από τον ιστό κτιρίων, απορρίπτοντας κάθετα τον όρο “starchitects”. Αναλύοντας το φαινόμενο, εξήγησε ότι: «Η μετάβαση από την αρχιτεκτονική ως μέρος μιας ιδέας για την πόλη προς την ιδέα των κτιρίων ως αντικειμένων, με ισχυρή γλυπτική ταυτότητα, ταιριάζει πολύ στη διαμεσολαβημένη εποχή μας. Ξέρω ανθρώπους που λένε “λατρεύω το κτίριο στο Μπιλμπάο”. Τους ρωτάς “έχεις πάει;” και σου απαντούν “όχι”. Είναι μια πολύ παράξενη ιδέα, αλλά είναι ιδέα της εποχής μας: τα πράγματα εκτιμώνται όχι απαραίτητα μέσα από την εμπειρία ή την πραγματικότητα, αλλά μέσα από την εικόνα».
Η πραγματική πρόκληση για τον ίδιο δεν κρύβεται στην αισθητική των μεμονωμένων έργων, αλλά στην κοινωνική τους διάσταση και την επιτακτική ανάγκη για προσιτή στέγαση. «Δεν με ενδιαφέρει πραγματικά ένα άσχημο κτίριο, γιατί δεν πιστεύω ότι ένα άσχημο κτίριο βλάπτει κάποιον. Με ενδιαφέρει όμως μια πόλη που δεν προστατεύει τους ανθρώπους και μια πόλη που δεν αντανακλά τις ιδέες, τις φιλοδοξίες και τις δυνατότητές τους» κατέληξε, υπενθυμίζοντας πως η ποιότητα της αρχιτεκτονικής κρίνεται τελικά από τη διαδικασία που την παράγει και τη σχέση εμπιστοσύνης που χτίζει με την ίδια την κοινωνία.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
Σχόλια (0)