Η συζήτηση γύρω από την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του αυξημένου ενεργειακού κόστους βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, που συμπιέζει ασφυκτικά το διαθέσιμο εισόδημα, αναδεικνύονται δύο βασικές σχολές σκέψης: η διατήρηση υψηλών φόρων με την ταυτόχρονη διανομή στοχευμένων επιδομάτων (pass) από τη μία, και η οριζόντια, δομική φοροελάφρυνση από την άλλη.
Μια βαθύτερη ανάλυση των οικονομικών δεδομένων αποδεικνύει ότι η λύση της μόνιμης και ουσιαστικής φοροελάφρυνσης αποτελεί τη μόνη βιώσιμη, δίκαιη και αναπτυξιακή διέξοδο για την ελληνική οικονομία.
1. Η ρίζα του προβλήματος και το βάρος των έμμεσων φόρων
Είναι γεγονός ότι ένα μέρος του πληθωρισμού οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες. Ωστόσο, η Ελλάδα διατηρεί σταθερά υψηλότερο δομικό πληθωρισμό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό δεν είναι απλώς ένα «εισαγόμενο» πρόβλημα, αλλά συνδέεται άμεσα με εγχώριες στρεβλώσεις, κυριότερη εκ των οποίων είναι η υπερβολική εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους.
Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα και ο υψηλός ΦΠΑ στα βασικά αγαθά λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της ακρίβειας. Όταν οι διεθνείς τιμές αυξάνονται, η ποσοστιαία επιβολή των φόρων αυτών εκτινάσσει την τελική τιμή στο ράφι και στην αντλία. Η άμεση μείωση των έμμεσων φόρων είναι το μοναδικό εργαλείο που «κόβει» τον πληθωρισμό στη ρίζα του, ρίχνοντας άμεσα τις τιμές για τον τελικό καταναλωτή.
2. Το δημοσιονομικό περιθώριο και ο μύθος των ευρωπαϊκών περιορισμών
Ένα συχνό επιχείρημα κατά των φοροελαφρύνσεων είναι οι αυστηροί ευρωπαϊκοί κανόνες. Ωστόσο, η πραγματικότητα των αριθμών είναι διαφορετική. Η χώρα καταγράφει εντυπωσιακά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία συχνά υπερβαίνουν κατά πολύ τους τεθέντες στόχους (π.χ. φτάνοντας στο 3,5% – 4% έναντι στόχου 2,1%). Αυτή η υπεραπόδοση προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και την είσπραξη αυξημένων εσόδων ΦΠΑ λόγω του πληθωρισμού.
Οι κανόνες της Ε.Ε. θέτουν αυστηρά όρια (π.χ. 3%) στην αύξηση των κρατικών δαπανών (όπως είναι τα επιδόματα), για την οποία συχνά απαιτείται ειδική διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες. Αντιθέτως, δεν απαγορεύεται η μείωση των φόρων, εφόσον το κράτος διατηρείται εντός των στόχων του ελλείμματος. Η επιλογή, συνεπώς, να κρατούνται υπερπλεονάσματα —τα οποία συχνά κατευθύνονται στην πρόωρη αποπληρωμή χρέους, αδειάζοντας τη ρευστότητα από την αγορά— αντί να επιστρέφονται στους πολίτες μέσω χαμηλότερων φόρων, είναι καθαρά ζήτημα εγχώριας πολιτικής βούλησης και όχι ευρωπαϊκής επιταγής.
3. Οριζόντια δικαιοσύνη έναντι πελατειακών λογικών
Η φιλοσοφία των επιδομάτων και των πάσης φύσεως «pass» παρουσιάζει σοβαρά δομικά μειονεκτήματα:
- Είναι προσωρινά: Δεν λύνουν το πρόβλημα, απλώς το μεταθέτουν για τον επόμενο μήνα.
- Κοστίζουν γραφειοκρατικά: Απαιτούν πολύπλοκα συστήματα αιτήσεων, κριτηρίων και διασταυρώσεων.
- Δημιουργούν εξάρτηση: Ενθαρρύνουν μια κουλτούρα κρατικής ελεημοσύνης, αντί να ενισχύουν την οικονομική ανεξαρτησία των νοικοκυριών. Επιπλέον, λόγω του στοχευμένου τους χαρακτήρα, συχνά εγείρουν υποψίες για ευθυγράμμιση με βραχυπρόθεσμους εκλογικούς κύκλους.
Αντίθετα, η οριζόντια μείωση των φόρων (όπως η περικοπή του ΦΠΑ στα τρόφιμα ή του ΕΦΚ στην ενέργεια) είναι απολύτως διαφανής και δίκαιη. Λειτουργεί αυτόματα για όλους. Δεν ξεχωρίζει τους πολίτες με βάση δαιδαλώδη κριτήρια, ούτε απαιτεί αιτήσεις. Αφήνει το διαθέσιμο εισόδημα απευθείας στην τσέπη του πολίτη τη στιγμή της αγοράς.
Ο φαύλος κύκλος «υπερφορολόγηση – δημιουργία υπερπλεονάσματος – ανακύκλωση μέσω επιδομάτων» στερεί από την οικονομία τη δυναμική της. Για να αντιμετωπιστεί ριζικά το μείγμα ακρίβειας, αυξημένου ενεργειακού κόστους (που επιβαρύνεται και από την έλλειψη υποδομών, π.χ. υδροηλεκτρικών έργων και αποθήκευσης) και πληθωρισμού, απαιτείται μια ριζική αλλαγή παραδείγματος.
Η γενναία, δομική φοροελάφρυνση δεν είναι απλώς ένα οικονομικό αίτημα· είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ενίσχυση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, την τόνωση της ζήτησης, την πάταξη της ακρίβειας στη βάση της και, τελικά, την ομαλή και δίκαιη ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας μακριά από λογικές επιδοματικής ομηρίας.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
Σχόλια (0)