Σοβαρές πολιτικές διαστάσεις λαμβάνει εκ νέου το σκάνδαλο των υποκλοπών, μετά τη δημόσια τοποθέτηση του ιδρυτή της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, που ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator χρησιμοποιείται αποκλειστικά από κρατικούς φορείς και υπηρεσίες επιβολής του νόμου.
Η δήλωση αυτή ανατρέπει το επίμονο κυβερνητικό αφήγημα ότι η υπόθεση αφορά αποκλειστικά ιδιώτες και εμπορικές δραστηριότητες χωρίς εμπλοκή του κράτους. Ο ίδιος ο Ντίλιαν υποστήριξε ότι η εταιρεία του λειτουργεί μόνο με κυβερνήσεις, σύμφωνα με διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών, και ότι η ευθύνη για τη χρήση των συστημάτων ανήκει στις αρχές που τα αποκτούν.
Η τοποθέτηση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος είχε υποστηρίξει πως η σχετική δίκη αφορά αποκλειστικά ιδιώτες και δεν συνδέεται με την πολιτική ζωή της χώρας.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από λίγες εβδομάδες, δικαστήριο έκρινε ενόχους τον Ντίλιαν και συνεργάτες του για την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων, επιβάλλοντας πολυετείς ποινές φυλάκισης. Παράλληλα, εκκρεμεί ειδική προανακριτική διαδικασία για το αδίκημα της κατασκοπίας, γεγονός που αναμένεται να ανοίξει νέο κύκλο αποκαλύψεων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το ερώτημα με ποιους κρατικούς φορείς συνεργάστηκε η Intellexa για την εγκατάσταση και λειτουργία του Predator στην Ελλάδα. Η σκιά πέφτει αναπόφευκτα στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η οποία δεν έχει δώσει σαφείς απαντήσεις για το αν και πώς συνδέεται με το λογισμικό.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω των αποκαλύψεων για στόχευση πολιτικών προσώπων και κορυφαίων αξιωματούχων. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης έχει καταγγείλει πολλαπλές απόπειρες παγίδευσης του κινητού του, ενώ δημοσιεύματα έχουν κάνει λόγο για εκτεταμένη λίστα παρακολουθούμενων προσώπων.
Την ίδια ώρα, αυξάνονται τα ερωτήματα για τη στάση κυβερνητικών στελεχών που φέρονται να υπήρξαν στόχοι του Predator αλλά δεν κινήθηκαν δικαστικά. Ονόματα όπως ο Νίκος Δένδιας, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Κωστής Χατζηδάκης και ο Άδωνις Γεωργιάδης έχουν αναφερθεί στη δημόσια συζήτηση, χωρίς να έχουν δοθεί πειστικές εξηγήσεις για την απουσία νομικών ενεργειών.
Καθώς η υπόθεση οδηγείται σε δεύτερο βαθμό και η εισαγγελική έρευνα προχωρά, η πίεση μεταφέρεται πλέον στο πολιτικό επίπεδο. Η παραδοχή ότι τέτοια εργαλεία πωλούνται αποκλειστικά σε κράτη καθιστά δυσχερή κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης του σκανδάλου από την κρατική ευθύνη, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα του κράτους δικαίου και της θεσμικής λογοδοσίας.



