Περισσότερες από έξι εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή σε σαφές πολιτικό κέρδος
Οι αναλυτές επισημαίνουν πως η σύγκρουση έχει μεν αποδυναμώσει αλλά δεν έχει εξουδετερώσει τους βασικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν παρουσιάστηκε ως μια επιχείρηση που θα προσέφερε μια καθοριστική νίκη έναντι της Τεχεράνης και θα ενίσχυε τη θέση του Νετανιάχου στην ιστορία.
Ωστόσο, περισσότερο από ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η ισραηλινή στρατιωτική ισχύς δεν έχει μεταφραστεί σε σαφές πολιτικό όφελος.
Παρά τα εκτεταμένα πλήγματα των ισραηλινών και αμερικανικών αεροπορικών δυνάμεων και την εξόντωση ανώτερων στελεχών της ιρανικής ηγεσίας, το Ιράν παραμένει λειτουργικό και επιδεικνύει αντοχή. Τα αποθέματα πυρηνικού υλικού παραμένουν, η ικανότητα εκτόξευσης πυραύλων έχει επιβεβαιωθεί στην πράξη, ενώ η Τεχεράνη εξακολουθεί να ασκεί επιρροή στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ροής πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, η Χαμάς δεν έχει αφοπλιστεί στη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η Χεζμπολάχ, η οποία υποστηρίζεται από το Ιράν, συνεχίζει να εκτοξεύει ρουκέτες προς το βόρειο Ισραήλ από το έδαφος του Λιβάνου, διατηρώντας ενεργό ένα πολλαπλό μέτωπο έντασης.
Ο Ντάνι Σιτρινόβιτς, ανώτερος ερευνητής για το Ιράν στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, εκτίμησε στο Reuters ότι «ο Νετανιάχου δεν κερδίζει. Αυτός ο πόλεμος αποτελεί στρατηγική αποτυχία. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε όσα υποσχέθηκε στην αρχή της εκστρατείας και στο αποτέλεσμα που έχει επιτευχθεί».
Πτώση δημοτικότητας και πολιτικοί κίνδυνοι
Σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές της περιοχής, ο 76χρονος Ισραηλινός πρωθυπουργός αντιμετωπίζει πολιτικό κόστος από τη στρατιωτική επιχείρηση που ξεκίνησε σε συνεργασία με τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς δεν επιτεύχθηκε ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα που να επιβεβαιώνει τους αρχικούς στόχους.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πτώση της δημοτικότητάς του, ενώ με τις βουλευτικές εκλογές να αναμένονται έως τα τέλη Οκτωβρίου, οι πολιτικοί κίνδυνοι αυξάνονται. Έρευνα της Agam Labs του Εβραϊκού Πανεπιστημίου στις 11 Απριλίου κατέγραψε ότι μόλις το 10% των Ισραηλινών θεωρεί επιτυχημένο τον πόλεμο, ενώ η στήριξη προς τον Νετανιάχου υποχώρησε στο 34%, από 40% στην αρχή της σύγκρουσης. Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες αξιολόγησαν αρνητικά ή πολύ αρνητικά την ηγεσία του.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει απορρίψει τις επικρίσεις, δηλώνοντας ότι το Ισραήλ πέτυχε σημαντικά αποτελέσματα. «Υπάρχουν τεράστια επιτεύγματα. Πρόκειται για ιστορική αλλαγή. Καταστρέψαμε το πυρηνικό πρόγραμμα. Καταστρέψαμε τους πυραύλους. Καταστρέψαμε το καθεστώς», ανέφερε σε ανακοίνωσή του.
Στρατιωτική υπεροχή χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ, επιτυγχάνοντας τακτικά αποτελέσματα αλλά χωρίς να διαμορφώσει ένα σταθερό στρατηγικό πλαίσιο για το τέλος της σύγκρουσης.
Ο Αβίβ Μπουσίνσκι, πρώην σύμβουλος του Νετανιάχου, υποστήριξε ότι η σύγκρουση αρχικά ενίσχυσε τη θέση του Ισραηλινού πρωθυπουργού, η οποία είχε πληγεί από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, ωστόσο στη συνέχεια η υποστήριξη μειώθηκε. Παράλληλα, εξέφρασε επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα των στοχευμένων δολοφονιών, επισημαίνοντας ότι «πάντα υπάρχει κάποιος που αντικαθιστά όσους εξοντώνονται».
Σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους, η αρχική εκτίμηση ήταν ότι η επιχείρηση θα ολοκληρωνόταν μέσα σε τρεις εβδομάδες, ωστόσο η σύγκρουση εξελίχθηκε σε ευρύτερη αντιπαράθεση με περιφερειακές και διεθνείς προεκτάσεις.
Ο ρόλος των Στενών του Ορμούζ και οι περιφερειακές ισορροπίες
Ειδικοί εκτιμούν ότι ο πόλεμος αποτέλεσε σημείο καμπής για την Ουάσινγκτον, καθώς το Ιράν διαπίστωσε ότι μπορεί να αντέξει μια σύγκρουση με τις ΗΠΑ και να ασκήσει πίεση μέσω απειλών κατά ενεργειακών υποδομών στον Περσικό Κόλπο και μέσω της επιρροής του στο Ορμούζ.
«Δεν μπορείς να ξαναβάλεις το τζίνι στο μπουκάλι», δήλωσε ο Σιτρινόβιτς, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν αισθάνεται πλέον ενισχυμένο και πιο διεκδικητικό σε σχέση με προηγούμενες διαπραγματεύσεις.
Ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην διαπραγματευτής των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, εκτίμησε ότι οι μεγαλύτερες συνέπειες ενδέχεται να επηρεάσουν τα αραβικά κράτη του Κόλπου, τα οποία θα κληθούν να διαχειριστούν μια πιο σκληρή ιρανική ηγεσία. Από την πλευρά του, ο Αμπντουλαζίζ Σάγκερ, επικεφαλής του Gulf Research Center στη Σαουδική Αραβία, δήλωσε ότι τα κράτη του Κόλπου ενδέχεται να αποδεχθούν το ρίσκο αυξημένης έντασης με το Ιράν προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ.
Το κόστος της πολεμικής προσπάθειας ανέρχεται σε περίπου 11,5 δισεκατομμύρια δολάρια για τον ισραηλινό προϋπολογισμό, με μεγάλο μέρος να αφορά αμυντικές δαπάνες, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών της χώρας.



