15 Σεπτεμβρίου, 2026
Expand search form

Σαν σήμερα: 104 χρόνια από την Καταστροφή της Σμύρνης – Πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στο 1922

Όλες οι κατηγορίες: ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
Κοινοποιήστε

Η Σμύρνη δεν χάθηκε μέσα σε μία ημέρα. Προηγήθηκαν ο Εθνικός Διχασμός, η διπλωματική απομόνωση, η στρατιωτική υπερεπέκταση και η αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να αναγνωρίσει εγκαίρως τα όρια της χώρας.

Στις 14 Σεπτεμβρίου η Ελλάδα τιμά τη μνήμη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που εξοντώθηκαν ή εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Εκατόν τέσσερα χρόνια μετά, η Καταστροφή της Σμύρνης εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα τραύματα του νεότερου Ελληνισμού.

Η μεγάλη πυρκαγιά είχε ξεσπάσει στις 13 Σεπτεμβρίου 1922, λίγες ημέρες μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού στην πόλη. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονταν απελπισμένοι στην προκυμαία, αναζητώντας ένα πλοίο που θα τους μετέφερε μακριά από τις δολοφονίες, τις λεηλασίες και τον τρόμο.

Η Σμύρνη, μία από τις πιο ζωντανές και κοσμοπολίτικες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, έσβηνε μέσα στον καπνό. Μαζί της έκλεινε βίαια ένας ιστορικός κύκλος ελληνικής παρουσίας αιώνων στη Μικρά Ασία.

Η εικόνα της φλεγόμενης πόλης έγινε το σύμβολο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Όμως η κατάρρευση δεν συνέβη ξαφνικά. Υπήρξε το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας πολιτικών, διπλωματικών και στρατιωτικών αποφάσεων που οδήγησαν την Ελλάδα πολύ πέρα από τις πραγματικές δυνατότητές της.

Από την εθνική αυτοπεποίθηση στη στρατηγική παγίδα

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν στην πλευρά των ηττημένων. Η Ελλάδα, υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, είχε ταχθεί τελικά στο πλευρό της Αντάντ και βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών. Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε η προσδοκία ότι η «Μεγάλη Ιδέα» μπορούσε να γίνει πραγματικότητα.

Τον Μάιο του 1919 ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη με την έγκριση των Συμμάχων. Η Συνθήκη των Σεβρών, το 1920, δημιούργησε την εντύπωση ότι η Ελλάδα είχε φτάσει κοντά στη μεγαλύτερη εδαφική της επέκταση.

Ωστόσο, τα κέρδη αυτά στηρίζονταν σε μία εξαιρετικά εύθραυστη διεθνή ισορροπία. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν ενιαία συμφέροντα ούτε είχαν δεσμευτεί να στηρίζουν επ’ αόριστον την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία. Η Αθήνα αντιμετώπισε μια προσωρινή συγκυρία ως μόνιμη στρατηγική εγγύηση.

Την ίδια στιγμή, ο Μουσταφά Κεμάλ οργάνωνε ένα ισχυρό τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, συγκροτούσε στρατό και αμφισβητούσε έμπρακτα τη Συνθήκη των Σεβρών. Η ελληνική ηγεσία υποτίμησε την ικανότητα του κεμαλικού κινήματος να κινητοποιήσει δυνάμεις και να εξασφαλίσει διεθνή υποστήριξη.

Ο Εθνικός Διχασμός αποδυνάμωσε τη χώρα

Η Ελλάδα μπήκε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ήδη βαθιά διχασμένη. Η σύγκρουση ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς δεν αποτελούσε απλώς μία πολιτική αντιπαράθεση. Είχε διαπεράσει το κράτος, τον στρατό και την κοινωνία.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 ο Βενιζέλος ηττήθηκε και λίγο αργότερα επέστρεψε στον θρόνο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις, παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις για ειρήνη και επιστροφή των στρατιωτών, συνέχισαν και κλιμάκωσαν την εκστρατεία.

Παράλληλα, προχώρησαν σε εκτεταμένες αλλαγές στην ηγεσία και στα στελέχη του στρατεύματος. Έμπειροι αξιωματικοί απομακρύνθηκαν ή παραγκωνίστηκαν με πολιτικά κριτήρια, σε μια στιγμή κατά την οποία το μέτωπο χρειαζόταν συνέχεια, συνοχή και επαγγελματισμό.

Η κομματική επικράτηση αντιμετωπίστηκε ως σημαντικότερη από τη λειτουργία των θεσμών. Ο διχασμός στέρησε από τη χώρα τη δυνατότητα να χαράξει μία ενιαία εθνική στρατηγική και να αξιολογήσει ψύχραιμα τους κινδύνους.

Η διπλωματική απομόνωση

Η επιστροφή του Κωνσταντίνου έδωσε στις συμμαχικές κυβερνήσεις, οι οποίες ήδη επανεξέταζαν τη στάση τους, την αφορμή να απομακρυνθούν από την Ελλάδα. Η Γαλλία και η Ιταλία προσέγγισαν τον Κεμάλ, ενώ ακόμη και η βρετανική υποστήριξη παρέμεινε κυρίως πολιτική και δεν μετατράπηκε στην αναγκαία στρατιωτική και οικονομική βοήθεια.

Η Ελλάδα συνέχισε, επομένως, έναν μεγάλο πόλεμο χωρίς ασφαλείς συμμαχίες, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και χωρίς διεθνώς συμφωνημένο σχέδιο εξόδου. Το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού επισημαίνει ότι μετά το 1920 η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με απροκάλυπτη διεθνή απομόνωση και διακοπή της οικονομικής βοήθειας, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία είχαν πλέον στραφεί προς συνεννόηση με το κεμαλικό κίνημα.

Το λάθος δεν ήταν μόνο ότι οι σύμμαχοι άλλαξαν στάση. Ήταν ότι η ελληνική ηγεσία συνέχισε να σχεδιάζει σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα.

Η μοιραία προέλαση προς την Άγκυρα

Το 1921 η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει βαθύτερα στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, επιδιώκοντας ένα αποφασιστικό πλήγμα κατά του Κεμάλ. Ο στρατός έφτασε μέχρι τον Σαγγάριο, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Σμύρνη και τις βασικές γραμμές ανεφοδιασμού.

Η επιχείρηση απέτυχε να εξουδετερώσει τον τουρκικό στρατό. Οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να υπερασπίζονται για περίπου έναν χρόνο ένα τεράστιο και εξαιρετικά ευάλωτο μέτωπο.

Το ΙΜΕ καταγράφει ότι η επιλογή της συνέχισης της προέλασης έγινε παρά τις αντίθετες εισηγήσεις, ενώ ο Κεμάλ κατόρθωσε να παρασύρει τον ελληνικό στρατό μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του.

Οι στρατιώτες ήταν εξαντλημένοι, το ηθικό υποχωρούσε, οι εφεδρείες λιγόστευαν και η οικονομία αδυνατούσε να σηκώσει το βάρος μιας εκστρατείας χωρίς ορατό τέλος. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική ηγεσία δεν επέλεξε ούτε μία βιώσιμη αμυντική αναδίπλωση ούτε μία έγκαιρη διπλωματική διέξοδο.

Όταν ξεκίνησε η μεγάλη τουρκική επίθεση, τον Αύγουστο του 1922, το μέτωπο κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες. Η στρατιωτική ήττα μετατράπηκε σε εθνική και ανθρωπιστική καταστροφή.

Οι ευθύνες δεν σβήνουν τα εγκλήματα

Η αναζήτηση των αιτιών της ελληνικής ήττας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σχετικοποιήσει όσα υπέστησαν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας. Οι πολιτικές και στρατιωτικές αστοχίες της Αθήνας δεν δικαιολογούν τις σφαγές, τις εκτοπίσεις, τις πορείες θανάτου και την καταστροφή των ελληνικών και αρμενικών κοινοτήτων.

Οι άμαχοι της Μικράς Ασίας δεν ήταν υπεύθυνοι για τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Ήταν εκείνοι που πλήρωσαν το βαρύτερο τίμημα.

Από τις στάχτες της Σμύρνης ξεκίνησε μία από τις μεγαλύτερες προσφυγικές μετακινήσεις της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι πρόσφυγες έφτασαν σε μια εξαντλημένη και συχνά εχθρική Ελλάδα, αλλά με την εργασία, τις γνώσεις και τον πολιτισμό τους μεταμόρφωσαν την οικονομία, τις πόλεις, τη μουσική, τη γαστρονομία και συνολικά την ελληνική κοινωνία. Το Ίδρυμα της Βουλής χαρακτηρίζει την ενσωμάτωσή τους αφετηρία ενός μεγάλου μετασχηματισμού του ελληνικού κράτους.

Το διαχρονικό μάθημα του 1922

Η Μικρασιατική Καταστροφή υπενθυμίζει τι μπορεί να συμβεί όταν η εθνική στρατηγική αντικαθίσταται από τον μεγαλοϊδεατισμό, όταν ο κομματισμός διαλύει τους θεσμούς, όταν η πολιτική ηγεσία αγνοεί τους διεθνείς συσχετισμούς και όταν μία χώρα αναλαμβάνει δεσμεύσεις πολύ μεγαλύτερες από τις πραγματικές της δυνατότητες.

Η Σμύρνη δεν χάθηκε μόνο στο πεδίο της μάχης. Είχε προηγηθεί η ήττα της πολιτικής σύνεσης, της θεσμικής συνέχειας και του ρεαλισμού.

Εκατόν τέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη δεν πρέπει να περιορίζεται στις επετειακές τελετές. Οφείλει να είναι ιστορική αυτογνωσία: τιμή στους νεκρούς και στους ξεριζωμένους, αναγνώριση της προσφοράς των προσφύγων, αλλά και διαρκής υπενθύμιση ότι οι λαοί πληρώνουν πολύ ακριβά τον διχασμό, την αλαζονεία και τις αποφάσεις χωρίς σχέδιο.

Γιατί η Ιστορία δεν ζητά μόνο να θυμόμαστε τι συνέβη. Ζητά να κατανοούμε πώς φτάσαμε έως εκεί.

Προηγούμενο Άρθρο

Η συγγνώμη του Άδωνη είχε παραλήπτη τον Πατούλη – Πάντα φταίει το “σύστημα”, ποτέ η κυβέρνηση Μητσοτάκη

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Η Μάχη των Λεύκτρων

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣτις 6 Ιουλίου 371 π.Χ., οι Θηβαίοι νίκησαν τους Σπαρτιάτες στα Λεύκτρα της Βοιωτίας και κατέλυσαν την ηγεμονία τους στον ελλαδικό […]

Ο Πόλεμος των Κόσμων

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣτις 30 Οκτωβρίου 1938 ο Όρσον Γουέλς δεν δυσκολεύεται να πείσει τους Αμερικανούς από ραδιοφώνου ότι η Γη δέχεται επίθεση από Αρειανούς. Βρισκόμαστε στη […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *