Η πολιτική αντιπαράθεση που ξέσπασε με αφορμή τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη περί δραστικής περικοπής του επιδόματος ανεργίας στους δύο μήνες, φανέρωσε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το πραγματικό πρόσωπο και τις νεοφιλελεύθερες αγκυλώσεις της κυβέρνησης.
Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του υπουργείου Εργασίας και της Νίκης Κεραμέως να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, η προσπάθεια παρουσίασης της πρότασης ως δήθεν «προσωπικής θέσης» καταρρέει κάτω από το βάρος των ίδιων των πρωθυπουργικών πεπραγμένων.
Ο ισχυρισμός ότι ο εκπρόσωπος του Μεγάρου Μαξίμου εκφράζει ατομικές ιδέες σε ένα τόσο καίριο κοινωνικό ζήτημα συνιστά επικοινωνιακό εμπαιγμό. Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Μαρινάκης απλώς λειτούργησε ως ο προπομπός μιας πολιτικής που σχεδιάζεται συστηματικά στα κυβερνητικά γραφεία.
Μια απλή αναδρομή στις δημόσιες τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη επιβεβαιώνει ότι η κυβερνητική γραμμή αντιμετωπίζει σταθερά το επίδομα ανεργίας όχι ως δίχτυ προστασίας για τον δοκιμαζόμενο πολίτη, αλλά ως «αντικίνητρο για εργασία».
Η ρητορική αυτή, που ενοχοποιεί τον άνεργο και τον παρουσιάζει ως οικειοθελώς αδρανούντα, αποκαλύπτει μια βαθιά αντικοινωνική φιλοσοφία. Αντί η κυβέρνηση να μεριμνά για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας με αξιοπρεπείς μισθούς, επιλέγει να πιέζει τους εργαζόμενους να αποδεχτούν οποιαδήποτε εργασιακή σχέση, αφαιρώντας τους ακόμα και τη βασική στήριξη. Η ταύτιση στελεχών όπως ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης με την πρόταση Μαρινάκη αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο ατόπημα, αλλά για τη δεσπόζουσα ιδεολογική κατεύθυνση της παράταξης.
Οι εσωκομματικές τριβές και οι διορθωτικές δηλώσεις στελεχών που επιχειρούν να διασώσουν το πολιτικό προφίλ του κόμματος δεν μπορούν να κρύψουν την πραγματικότητα. Η κυβέρνηση δείχνει έτοιμη να διοχετεύσει για άλλη μια φορά τους πόρους της κοινωνικής μέριμνας προς τις επιχειρήσεις, αφήνοντας τους ευάλωτους πολίτες απροστάτευτους. Η προσπάθεια μετακύλισης των ευθυνών της αγοράς στους ίδιους τους ανέργους επιβεβαιώνει μια κυνική πολιτική, όπου η κοινωνική αλληλεγγύη υποχωρεί μπροστά στα συμφέροντα των λίγων.



