Η εκεχειρία στη Μέση Ανατολή βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο, καθώς η ένταση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν κλιμακώνεται επικίνδυνα μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς και την άμεση στρατιωτική απάντηση της Τεχεράνης.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν εκτεταμένες επιθέσεις εναντίον περισσότερων από 80 ιρανικών στόχων, πλήττοντας συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, κέντρα διοίκησης και ελέγχου, παράκτια ραντάρ, εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων κατά πλοίων, καθώς και περισσότερα από 60 ταχύπλοα των Φρουρών της Επανάστασης στην περιοχή του Στενού του Ορμούζ.
Την ίδια στιγμή, η βρετανική υπηρεσία ναυτικής ασφάλειας UKMTO γνωστοποίησε ότι μέσα σε ένα 24ωρο σημειώθηκαν επιθέσεις εναντίον τριών πλοίων στην ευρύτερη περιοχή του Ορμούζ. Οι ΗΠΑ, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία αποδίδουν στο Ιράν την ευθύνη για δύο από τα περιστατικά, χωρίς ωστόσο η Τεχεράνη να έχει αναλάβει επίσημα την ευθύνη.
Ως απάντηση στις αμερικανικές επιδρομές, το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο. Στο Μπαχρέιν ήχησαν σειρήνες αεράμυνας, ενώ το υπουργείο Εσωτερικών κάλεσε τους πολίτες να παραμείνουν ψύχραιμοι και να μετακινηθούν σε ασφαλή σημεία.
Παράλληλα, οι ένοπλες δυνάμεις του Κουβέιτ ανακοίνωσαν ότι ενεργοποίησαν τα αντιαεροπορικά τους συστήματα για την αναχαίτιση πυραύλων και drones. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στόχοι των επιθέσεων ήταν η βάση του 5ου Στόλου των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν και η αεροπορική βάση Ali Al-Salem στο Κουβέιτ.
Η Τεχεράνη χαρακτήρισε τις επιθέσεις αυτές «αρχική απάντηση» στις αμερικανικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν αντίποινα για την παραβίαση της εκεχειρίας και της συμφωνίας του Ισλαμαμπάντ, μετά τα πλήγματα που δέχθηκαν στρατιωτικές και παράκτιες εγκαταστάσεις στο Χορμοζγκάν και το Μαχσάχρ.
Οι εξελίξεις επηρέασαν άμεσα και τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε την απαγόρευση νέων συναλλαγών που αφορούν ιρανικούς υδρογονάνθρακες, ενώ η τιμή του αμερικανικού αργού πετρελαίου (WTI) ενισχύθηκε κατά 2,63%, φτάνοντας τα 72,29 δολάρια το βαρέλι με το άνοιγμα των ασιατικών αγορών, αντανακλώντας τις ανησυχίες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και την ομαλή τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.


