Ορισμένα συμπεράσματα από τη συνάντηση της Τετάρτης μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ταγίπ Ερντογάν:
Αρνητικό το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης δεν έθεσε το θέμα του ηλεκτρικού καλωδίου στον Ερντογάν, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι στην Κοινή Διακήρυξη αναφέρεται ρητώς η πρόθεση να ενισχυθεί η συνεργασία σε ενεργειακά θέματα και θέματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Δηλαδή από την μία πλευρά θέλουμε την ενίσχυση της ενεργειακής συνεργασίας με την Τουρκία «με στόχο την περιφερειακή σταθερότητα» και από την άλλη ο Πρωθυπουργός δεν έθεσε την βίαιη παρεμπόδιση του καλωδίου από την Τουρκία που προφανώς οδηγεί σε ακύρωση του έργου. Και ξέρουμε ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο το ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας Κύπρου Ισραήλ αλλά την πόντιση οποιουδήποτε καλωδίου περνάει από την ελληνοαιγυπτιακή ή παράνομη τουρκολιβυκή ΑΟΖ. Άρα εμείς συμφωνούμε ενεργειακή συνεργασία όταν με τη βούλα η Τουρκία αποτρέπει οποιαδήποτε κίνησή μας άσκησης κυριαρχικών μας δικαιωμάτων ώστε να καταστούμε ενεργειακός κόμβος.
3. Αρνητικό επίσης το γεγονός ότι τόσο στις δηλώσεις όσο και στην Κοινή Διακήρυξη γίνεται αναφορά σε συνεργασία στο μεταναστευτικό σε διμερές και τριμερές πλαίσιο (με Βουλγαρία) χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην ευρωπαϊκή και ευρωτουρκική διάσταση του θέματος. Δηλαδή στην Κοινή Δήλωση ΕΕ – Τουρκίας του 2016, την οποία η Τουρκία έχει θέσει υπό αναστολή ειδικά όσον αφορά τις επιστροφές. Δηλαδή από ευρωτουρκικό ζήτημα το προσφυγικό στο Αιγαίο γίνεται με την έγκρισή μας ελληνοτουρκικό. Αντί να μπαίνει μπροστά η ΕΕ στο προσφυγικό σε σχέση με την Τουρκία, αποδεχόμαστε να μπαίνει μπροστά η Ελλάδα μόνη της. Και δεχόμαστε η Τουρκία να αγνοεί τη Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας και να μην δέχεται επιστροφές.
4. Τέλος, αρνητικό είναι και το γεγονός ότι ο κ Μητσοτάκης μιλάει γενικά και αόριστα για προσφυγή σε δικαιοδοτικά όργανα για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ αλλά χωρίς καμία στρατηγική με αρχή μέση και τέλος για το πώς θα δέσει την Τουρκία σε μια τέτοια προοπτική διμερώς, σε περιφερειακό ή ευρωτουρκικό επίπεδο. Πρώτα (τον Σεπτέμβριο 2023) ανέτρεψε την πάγια ελληνική πρακτική και ανέστειλε τις διερευνητικές συνομιλίες λέγοντας ότι αρκεί το θέμα να συζητιέται στο πλαίσιο των (πολιτικών) διμερών συνομιλιών Γεραπετρίτη-Φιντάν. Μετά (τον Δεκέμβριο 2024) δήλωσε επί λέξει και χωρίς εξηγήσεις ότι «Δεν βλέπω προοπτική για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα με την Τουρκία» αδειάζοντας τον Υπεξ του που λίγα 24ωρα πριν έλεγε τα αντίθετα στους πολιτικούς αρχηγούς.
Τα «ήρεμα νερά» πρέπει να συνδυάζονται με κάποια στρατηγική που να οδηγεί είτε στην άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων επί του πεδίου (καλώδιο, αγωγός Eastmed, επέκταση χωρικών υδάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, θαλάσσια πάρκα), είτε στο να «δεθεί» η Τουρκία σε μια προοπτική λύσης αφήνοντας τους μαξιμαλισμούς, είτε και στα δύο. Αλλιώς απλά δίνουν χρόνο στην Τουρκία να αναβαθμίσει τη θέση της, διαφημίζοντας την «καλή κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων» για να εξασφαλίσει αυτό που θέλει (πχ εξοπλιστικά) και να επανέλθει όποτε επιλέξει σε σοβαρές προκλήσεις από ισχυρότερη θέση.



