Η ανακοίνωση της προκαταρκτικής συμφωνίας, η οποία αναμένεται να υπογραφεί την Παρασκευή στη Γενεύη, λειτούργησε ως παγκόσμια ανακούφιση.
Η συμφωνία αυτή, που ανοίγει τον δρόμο για μια περίοδο εκεχειρίας και διαπραγματεύσεων εξήντα ημερών, έρχεται να σπάσει τον εφιάλτη μιας σύγκρουσης που είχε αρχίσει να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Ο πόλεμος στο Ιράν, αυτό το γεωπολιτικό τέρας που επί τέσσερις μήνες κρατούσε σύμπασα την υφήλιο σε αγωνία, είχε πάψει να είναι μια μακρινή απειλή.
Είχε πλέον μετατραπεί σε μια υπαρκτή, καθημερινή δαμόκλεια σπάθη για την παγκόσμια οικονομία, την περιφερειακή σταθερότητα και την ίδια τη συνοχή του διεθνούς συστήματος. Ο κίνδυνος μιας παγωμένης σύγκρουσης, ενός πολέμου φθοράς που θα αιμορραγούσε τα οικονομικά συστήματα για χρόνια, απομακρύνθηκε, έστω προσωρινά, χάρη στην επιλογή της διπλωματίας.
Τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης, στις 28 Φεβρουαρίου, το περιεχόμενο της συμφωνίας αρχίζει σταδιακά να διαρρέει, επιτρέποντας έναν πρώτο, νηφάλιο απολογισμό. Ένας απολογισμός που είναι ταυτόχρονα επώδυνος και αποκαλυπτικός. Επώδυνος, διότι ο πόλεμος αυτός στοίχισε τη ζωή σε μερικές χιλιάδες ανθρώπους – άνδρες, γυναίκες, παιδιά – βύθισε την Ανατολική Μεσόγειο και τον Περσικό Κόλπο σε ένα κλίμα πρωτοφανούς αστάθειας και συγκλόνισε τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας, φέρνοντας τον πλανήτη στο χείλος μιας ενεργειακής κρίσης χωρίς προηγούμενο. Αποκαλυπτικός, διότι ξεγύμνωσε τις αντοχές, τις εμμονές και τις αδυναμίες των εμπλεκόμενων μερών, δείχνοντας πως σε έναν σύγχρονο πόλεμο, η στρατιωτική ισχύς χωρίς διπλωματική στρατηγική οδηγεί συχνά σε αδιέξοδα.
Η αμερικανική στρατηγική: Η αναζήτηση μιας εύσχημης εξόδου
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η κατάσταση ήταν εξαρχής περίπλοκη. Είχε θέσει εξαρχής σαφείς, ρητορικά τουλάχιστον, στόχους: την πλήρη υποταγή του Ιράν. Ωστόσο, όταν οι πρώτες ημέρες του πολέμου δεν απέφεραν την κεραυνοβόλο νίκη που είχε υποσχεθεί, όταν οι ιρανικές αμυντικές γραμμές άντεξαν και το καθεστώς της Τεχεράνης δεν κατέρρευσε, ο Λευκός Οίκος αντιλήφθηκε πως βρισκόταν σε ένα τέλμα. Η αναζήτηση μιας εύσχημης εξόδου κατέστη όχι απλώς επιθυμία, αλλά επιτακτική ανάγκη. Ο Τραμπ, πιστός στο γνωστό προσωπικό του ύφος, χρειαζόταν να παρουσιάσει την έκβαση της περιπέτειας ως «νίκη». Και η νίκη αυτή, για να είναι πειστική, έπρεπε να έρθει μέσω μιας συμφωνίας που θα περιέσωζε τα προσχήματα.
Οι λόγοι αυτής της επείγουσας ανάγκης ήταν πολλαπλοί και σωρευτικοί. Πρώτον, οι αρνητικές συνέπειες άρχιζαν ήδη να πλήττουν την αμερικανική οικονομία. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας, η διαταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η αβεβαιότητα που προκαλούσε ο πόλεμος είχαν ήδη αντίκτυπο στο αμερικανικό νοικοκυριό, θέτοντας σε κίνδυνο την προεκλογική ατζέντα του προέδρου. Δεύτερον, το κόστος της πολεμικής επιχείρησης είχε εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη, αγγίζοντας τις δεκάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς ορατό τέλος. Αμερικανικά πλοία, αεροσκάφη και πύραυλοι υψηλής ακρίβειας είχαν καταναλωθεί σε μια σύγκρουση που δεν έφερνε νικητή. Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, υπήρχε ο κίνδυνος της παρατεταμένης φθοράς. Μια επέκταση του πολέμου θα μετέτρεπε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον εγγυητή της παγκόσμιας τάξης σε έναν ακόμη εμπόλεμο που αιμορραγεί σε ένα περιφερειακό αδιέξοδο. Τότε, η αξιοπιστία και το κύρος τους ως παγκόσμιας υπερδύναμης, το πιο πολύτιμο διαπραγματευτικό τους κεφάλαιο, θα κινδύνευαν να απολεσθούν ολοσχερώς. Κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν μπορούσε να αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς που θα εξαντλούσε κάθε πλευρά χωρίς να προσφέρει αποφασιστική νίκη.
Ιράν: Ανθεκτικότητα, παζάρι και η απόδειξη της ισχύος
Από την άλλη πλευρά του πεδίου της μάχης, η Τεχεράνη διαχειρίστηκε την κρίση με μια ψυχραιμία που προκάλεσε έκπληξη ακόμη και στους αντιπάλους της. Η ιρανική πολιτική κουλτούρα, όπου η διαπραγμάτευση και το παζάρι είναι παράδοση αιώνων, λειτούργησε στην πιο κρίσιμη στιγμή της ισλαμικής δημοκρατίας. Το καθεστώς των μουλάδων, αφού απέδειξε πρώτα την ανθεκτικότητά του στο πεδίο – κρατώντας ανοιχτούς τους δρόμους, διατηρώντας την εσωτερική τάξη και αντιστεκόμενος στους βομβαρδισμούς – ήταν έτοιμο να μιλήσει. Δεν είχε κανέναν λόγο να κρύβει την προθυμία του για συνομιλίες. Αντίθετα, την επεδείκνυε ως απόδειξη ωριμότητας.
Το Ιράν ήθελε να αποφύγει περαιτέρω τον αποκλεισμό, το στραγγαλιστικό καθεστώς κυρώσεων και την οικονομική δυσπραγία. Η λαϊκή δυσφορία, που προϋπήρχε της σύγκρουσης λόγω της άσχημης οικονομικής κατάστασης, αποτελούσε πάντα μια υπαρκτή απειλή για την ίδια την ύπαρξη του καθεστώτος. Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα την ενίσχυε. Αλλά αυτή η προθυμία για διαπραγμάτευση δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήταν, αντιθέτως, μια επιλογή που γινόταν από θέση ισχύος.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Ιράν είχε κάνει χρήση του πραγματικού «πυρηνικού» όπλου του, όπως το αποκαλούν πολλοί αναλυτές: όχι μια ατομική βόμβα, αλλά την απειλή ή και την πράξη του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Ενεργοποιώντας αυτό το γεωπολιτικό χαρτί, η Τεχεράνη απέδειξε ότι μπορεί να πλήξει το Αχίλλειο πτερνίο της παγκόσμιας οικονομίας – τη ροή του πετρελαίου. Το καθεστώς εξήλθε από τον πόλεμο βαθιά πληγωμένο, με κατεστραμμένες υποδομές και σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, αλλά ταυτόχρονα είχε καταφέρει να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Μέσω των διαπραγματεύσεων, ήλπιζε πλέον να κερδίσει περισσότερα από όσα είχε μέχρι την 27η Φεβρουαρίου, την παραμονή της επίθεσης. Η ελπίδα αυτή δεν ήταν αβάσιμη, καθώς ήδη από την προκαταρκτική συμφωνία φαινόταν πως η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη να κάνει παραχωρήσεις.
Το μεγάλο ερωτηματικό: Δύο νικητές, κανένας ηττημένος;
Κι όμως, εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο παράδοξο και συνάμα το μεγαλύτερο ερωτηματικό για τις επόμενες εβδομάδες. Δύο αντίπαλοι, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, προσέρχονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και οι δύο με την αίσθηση ότι κάθονται από θέση νικητή. Ο Τραμπ προβάλλει τη «νίκη» του διακηρύσσοντας ότι ανέστειλε μια πυρηνική απειλή. Το Ιράν διατείνεται ότι επέζησε μιας επίθεσης από την υπερδύναμη και τον περιφερειακό της εταίρο. Όταν και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι έχουν το πάνω χέρι, οι διαπραγματεύσεις είτε οδηγούν σε μια εύθραυστη, ασταθή ισορροπία είτε προμηνύουν μελλοντική έκρηξη.
Ο πρώτος απολογισμός είναι άκρως προβληματικός, ιδίως όταν κανείς αναρωτηθεί αν ήταν αναγκαίος αυτός ο πόλεμος. Οι φιλόδοξοι στόχοι που είχαν τεθεί από τον Αμερικανό πρόεδρο – ουσιαστικά η πλήρης υποταγή του Ιράν, η αλλαγή καθεστώτος, ο αφοπλισμός του – δεν φαίνεται να εκπληρώνονται. Ούτε η Τεχεράνη υπέγραψε την παράδοσή της, ούτε η αξίωση για απεριόριστη πρόσβαση στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις έγινε δεκτή. Αντίθετα, το Ιράν κέρδισε το μεγαλύτερο διαπραγματευτικό χαρτί που θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί.
Τα Στενά του Ορμούζ: Το κλειδί της συμφωνίας και η νέα πραγματικότητα
Το μεγάλο, αλλά σιωπηλό, διακύβευμα της συμφωνίας της Γενεύης είναι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Ολόκληρη η προκαταρκτική συμφωνία περιστρέφεται γύρω από αυτό το στενό πέρασμα. Η Τεχεράνη, για τέσσερις μήνες, είχε καταφέρει είτε με απειλές είτε με στοχευμένες ενέργειες να καταστήσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα ανέφικτη. Η παγκόσμια ενεργειακή αγορά λειτουργούσε υπό καθεστώς συναγερμού. Η συμφωνία λοιπόν, ως πρώτο και βασικό βήμα, φαίνεται να διασφαλίζει την επιστροφή της κατάστασης στην προ της 28ης Φεβρουαρίου κανονικότητα. Το Ιράν ανταλλάσσει την ασφάλεια των Στενών με ακριβά ανταλλάγματα: άρση κυρώσεων, αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων και διεθνείς επενδύσεις. Αυτό είναι ένα όπλο που το καθεστώς δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, αλλά τώρα το έχει επιστρατεύσει και το εμπορεύεται. Αυτή καθαυτή η εξέλιξη αποτελεί στρατηγική επιτυχία για την Τεχεράνη.
Χρησιμοποιήστε τα πλήκτρα βέλους πάνω και κάτω για να αλλάξετε το μέγεθος του πίνακα του πλαισίου meta box.Εναλλαγή πλαισίου: AIOSEO Writing Assistant
Το πυρηνικό ζήτημα: Από τη διάλυση στη ρύθμιση
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που αρχικά παρουσιαζόταν ως η αφορμή και η αιτία του πολέμου, παραπέμπεται πλέον για συζήτηση στις επόμενες εβδομάδες. Αυτή η αναβολή είναι ενδεικτική της νέας ισορροπίας. Ο πρόεδρος Τραμπ, που είχε ξεκινήσει με την απαίτηση για παράδοση όλων των ποσοτήτων εμπλουτισμένου ουρανίου και τη μεταφορά τους εκτός Ιράν, φαίνεται πλέον να συζητά ακόμη και το ενδεχόμενο χαμηλού επιπέδου εμπλουτισμού από την Τεχεράνη. Το «όχι σε μια κουκουβάγια» έγινε «ναι σε έναν ελεγχόμενο, χαμηλού βαθμού εμπλουτισμό». Αυτή είναι μια τεράστια υποχώρηση που δεν έχει ακόμη πλήρως αποτυπωθεί στη δημόσια σφαίρα.
Η δέσμευση του Ιράν για μη απόκτηση πυρηνικού όπλου προβάλλεται από την αμερικανική πλευρά ως ένα σημαντικό επίτευγμα της συμφωνίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι Ιρανοί είχαν δεσμευτεί σε αυτό εδώ και χρόνια, όχι μόνο μέσω διεθνών συνθηκών αλλά και μέσω μιας θρησκευτικής διαταγής, μιας «φετφά» (2000) του Αγιατολάχ Χαμενεΐ. Ειρωνικά, ο Χαμενεΐ, ο πνευματικός ηγέτης που είχε εκδώσει αυτή τη φετφά, ήταν από τα πρώτα θύματα του πολέμου, καθώς εξουδετερώθηκε από τους Αμερικανούς κατά τις πρώτες ημέρες των βομβαρδισμών. Πλέον, η δέσμευση είναι άνευ πραγματικού εγγυητή, αλλά και πάλι αποτελεί τη βάση για συζήτηση.
Πέραν της μη πυρηνικοποίησης, το Ιράν διεκδικεί πολλά. Η πλήρης άρση των κυρώσεων είναι η κορυφή του παγόβουνου. Το ξεπάγωμα των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και κεφαλαίων που βρίσκονται σε ξένες τράπεζες αποτελεί βασικό αίτημα. Παράλληλα, η Τεχεράνη ζητά συμμετοχή ξένων εταιρειών στην ανοικοδόμηση και αποκατάσταση των υποδομών που υπέστησαν ζημιές από τους βομβαρδισμούς. Δεν είναι μόνο η άρση του αποκλεισμού, είναι η οικονομική αναγέννηση που θα έρθει ως επακόλουθο, ένας στόχος που θα ενισχύσει το καθεστώς και θα το καταστήσει πιο ισχυρό από ό,τι ήταν πριν τον πόλεμο.
Η περιφερειακή ομπρέλα: Πληρεξούσιοι, Λίβανος και το βαλλιστικό πρόγραμμα
Μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος είναι ο περιφερειακός ρόλος του Ιράν. Η συμφωνία και η εκεχειρία των εξήντα ημερών δεν περιορίζονται στα ιρανικά σύνορα. Το Ιράν καταφέρνει να απλώσει την ομπρέλα ασφαλείας πάνω από τους «πληρεξουσίους» του, πάνω από το δίκτυο εξαρτήσεων που έχει χτίσει με κόπο εδώ και δεκαετίες. Η Χεζμπολάχ, το κορυφαίο γεωπολιτικό εργαλείο της Τεχεράνης στην ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβάνεται στην εκεχειρία, μέσω μιας ρήτρας που καλύπτει και τον Λίβανο. Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν προστατεύει τη γραμμή ανεφοδιασμού και την πολιτική του επιρροή στη Βηρυτό.
Εξίσου σημαντική, αν όχι περισσότερο, είναι η απουσία οποιασδήποτε ρήτρας για το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν. Η συμφωνία δεν λέει λέξη για τους χιλιάδες πυραύλους μικρού, μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς που διαθέτει η Τεχεράνη. Το πρόγραμμα αυτό δέχθηκε πράγματι πλήγματα, ωστόσο παραμένει ενεργό και με σημαντικές δυνατότητες. Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να πλήξει το Ισραήλ, τις αμερικανικές βάσεις και τους Άραβες γείτονές του, ανά πάσα στιγμή. Δεν αποποιείται αυτή την ικανότητα. Την κρατά ως ασφαλιστική δικλείδα για την επόμενη μέρα.
Το εσωτερικό μέτωπο του Ιράν: Οι Φρουροί έναντι των μεταρρυθμιστών
Πολιτικά, το καθεστώς της Τεχεράνης όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά αναδύθηκε ως συνομιλητής των ΗΠΑ – κάτι που ήταν εξαρχής ένας από τους βασικούς διακηρυγμένους στόχους της Ουάσιγκτον: η ανατροπή του. Παρόλο που στρατιωτικά οι Φρουροί της Επανάστασης, το ιδεολογικό μπράτσο του καθεστώτος, παραμένουν ισχυροί, μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση ισχύος παρατηρείται στο εσωτερικό. Σκληροπυρηνικοί κύκλοι των Φρουρών, που ήταν αρχικά αντίθετοι σε οποιαδήποτε συζήτηση, φαίνεται να έχουν πλέον το πάνω χέρι, καθώς η στρατιωτική τους ανθεκτικότητα δικαιώθηκε. Ωστόσο, πολιτικοί όπως ο Αμπάς Αραγτσί, ο αρχιτέκτονας της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, και ο Μασούντ Πεζεσκιάν, μια φωνή ήπιας μεταρρύθμισης, κερδίζουν συνεχώς πόντους. Η επιμονή τους σε μια διαπραγμάτευση που τώρα φέρνει καρπούς αποδεικνύεται σωστή εκ των υστέρων.
Σε περιφερειακό επίπεδο, το Ιράν διατήρησε τις καλές σχέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους και αντιπάλους των ΗΠΑ: τη Ρωσία, η οποία παρακολουθούσε από απόσταση, την Κίνα, που ήδη επενδύει στο ιρανικό πετρέλαιο, το Πακιστάν αλλά και την Ινδία, χώρες που βλέπουν την Τεχεράνη ως σταθεροποιητικό παράγοντα για τις δικές τους ενεργειακές ανάγκες. Παράλληλα, το Ιράν έδειξε τα δόντια του στις μοναρχίες του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Μπαχρέιν βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια χώρα που απέδειξε ότι μπορεί να διαταράξει άμεσα την ίδια την ύπαρξή τους, κλείνοντας τον κόλπο. Αυτό το γεγονός υποχρεώνει πλέον τις χώρες αυτές σε μια πλήρη αναθεώρηση της αντίληψής τους για την ασφάλεια. Δεν μπορούν πλέον να βασίζονται αποκλειστικά στην αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα. Ο φόβος του Ιράν τους οδηγεί, ειρωνικά, είτε σε έναν νέο εξοπλιστικό πυρετό είτε σε μια ύπουλη προσέγγιση.
ΗΠΑ: Εξουθένωση, κόστος και ρήγμα εμπιστοσύνης
Και όμως, η «νίκη» του Τραμπ είναι ασαφής. Ο πρόεδρος μπορεί να προβάλλει τη συμφωνία ως επιτυχία, αλλά στην πραγματικότητα, είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς τι κέρδισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες από αυτόν τον πόλεμο. Το μόνο σίγουρο είναι τεράστιο κόστος και πολλαπλές απώλειες. Το οικονομικό κόστος ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, χρήματα που θα μπορούσαν να επενδυθούν σε εσωτερικές υποδομές. Τα πυραυλικά αποθέματα των ΗΠΑ, ιδιαίτερα οι πύραυλοι cruise Tomahawk και τα βλήματα αεράμυνας, εξαντλήθηκαν σε βαθμό που γεννά ερωτήματα για την ετοιμότητα της χώρας σε άλλο ενδεχόμενο μέτωπο, π.χ. στον Ειρηνικό έναντι της Κίνας.
Το εκστρατευτικό σώμα στον Περσικό Κόλπο και στην Αραβική Θάλασσα δοκιμάστηκε στα όριά του. Τα πληρώματα, τα αεροσκάφη και τα πλοία καταπονήθηκαν. Η συνεχής εγρήγορση για την αντιμετώπιση ιρανικών drones, ταχύπλοων σκαφών και αντιπλοϊκών πυραύλων είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η κόπωση και να μειωθεί το ηθικό. Πολύ σημαντικότερο, όμως, είναι το γεωπολιτικό κόστος. Η εμπιστοσύνη των Αράβων συμμάχων της Ουάσιγκτον στις εγγυήσεις ασφαλείας που προσέφερε επί δεκαετίες κλονίστηκε ανεπανόρθωτα. Οι μοναρχίες του Κόλπου είδαν ότι οι ΗΠΑ, παρά την απόλυτη στρατιωτική τους υπεροχή, δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν την ιρανική απειλή. Αντιθέτως, την εμπορευματοποίησαν. Αυτό δημιουργεί ένα συστημικό ρήγμα. Επιπλέον, ο πόλεμος επέφερε διχασμό και εντός του ΝΑΤΟ. Σύμμαχοι όπως η Τουρκία, αλλά και ευρωπαϊκές χώρες, εξέφρασαν ανοιχτά την αντίθεσή τους στην κλιμάκωση, υπονομεύοντας την εικόνα μιας ενιαίας Δύσης.
Ισραήλ: Μια χαμένη ευκαιρία ή μια διαχειρίσιμη απειλή;
Το Ισραήλ και ο πρωθυπουργός του, Μπενιαμίν Νετανιάχου, βρίσκονται μπροστά σε μια πύρρειο νίκη ή, ίσως, σε μια ήττα με στρατηγικά ελλείμματα. Από τη μία πλευρά, κατόρθωσαν να επιτύχουν κάτι που ούτε οι ίδιοι πίστευαν εφικτό: να παρασύρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια επιχείρηση τέτοιου μεγέθους εναντίον του Ιράν. Η πίεση που ασκήθηκε στην Ουάσιγκτον για χρόνια απέδωσε καρπούς. Από την άλλη πλευρά, όμως, το βαθύτερο αίτημα, η εξάλειψη της ιρανικής απειλής, δεν εκπληρώθηκε. Το Ιράν δεν διαλύθηκε. Το καθεστώς δεν κατέρρευσε. Οι πυρηνικές εγκαταστάσεις παραμένουν, έστω και πληγωμένες, και οι Φρουροί της Επανάστασης δρουν ανενόχλητοι στη Συρία και τον Λίβανο.
Η δέσμευση για μη κατασκευή πυρηνικού όπλου, την οποία το Ισραήλ προβάλλει ως μεγάλη επιτυχία, είναι ακριβώς ίδια με τη δέσμευση που είχε επιτευχθεί και στην προηγούμενη συμφωνία Ιράν-Ομπάμα. Εκείνη η συμφωνία είχε καταγγελθεί από τον Νετανιάχου ως «ιστορικό λάθος». Τώρα, η ίδια δέσμευση βαφτίζεται νίκη. Όσο για το βαλλιστικό πρόγραμμα, η δυναμική του επίδειξη κατά τη διάρκεια του πολέμου – με εκτοξεύσεις πυραύλων που έφτασαν πολύ κοντά στο ισραηλινό έδαφος και αναχαιτίστηκαν με δυσκολία – απέδειξε ότι αποτελεί μια ουσιαστική, υπαρκτή απειλή. Το Ισραήλ εξήλθε από τον πόλεμο εξουθενωμένο. Οι εφεδρείες του έχουν κινητοποιηθεί για μήνες, η οικονομία του πλήττεται από την αβεβαιότητα και η κοινωνία του είναι διχασμένη. Μετά από αυτόν τον πόλεμο, ο κόσμος δεν γίνεται πιο ασφαλής για το Ισραήλ.
Οι λογαριασμοί με τη Χεζμπολάχ παραμένουν ανοιχτοί. Η νότια γειτονιά του Λιβάνου συνεχίζει να οχυρώνεται, ενώ η εκεχειρία απλώς αναβάλλει μια επόμενη αναμέτρηση. Παράλληλα, η προσπάθεια για μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη βάση των Συμφωνιών του Αβραάμ μπαίνει σε νέα βάση, και μάλιστα δυσμενέστερη. Η Σαουδική Αραβία, ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε τέτοιας συμφωνίας, απομακρύνεται, όσο παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα του παλαιστινιακού κράτους. Και το Κατάρ, ο παραδοσιακός διαμεσολαβητής, τηρεί στάση αναμονής. Η ιρανική απειλή, που προσωρινά δημιούργησε προϋποθέσεις για σύγκλιση Τελ Αβίβ-Ριάντ, δεν ήταν αρκετή. Μόνο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρέμειναν σταθερά στο πλευρό του Ισραήλ, αλλά και εκείνα επανεξετάζουν το κόστος.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, οι σκιές που έφθασαν κοντά στο ρήγμα μεταξύ Νετανιάχου και Τραμπ θέτουν σε δοκιμασία τον πρωθυπουργό. Η σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο είναι ζωτικής σημασίας για το κύρος και τη διεθνή υποστήριξη. Κάθε ρωγμή σε αυτή τη σχέση αποτυπώνεται άμεσα στην προσπάθεια του Νετανιάχου να κερδίσει εκ νέου τις εκλογές, μια προσπάθεια που συνδέεται ευθέως με την εξέλιξη των προσωπικών ανοικτών υποθέσεών του με τη Δικαιοσύνη. Ένας πόλεμος που δεν είχε σαφή νίκη, μια εξασθενημένη συμμαχία με τις ΗΠΑ και η παρατεταμένη απειλή από το Ιράν και τους πληρεξούσιους δεν είναι το ιδανικό παρασκήνιο για μια προεκλογική εκστρατεία.



