Η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης έχει πλέον αποφασιστεί. Από τις 16 Σεπτεμβρίου, το επιτόκιο καταθέσεων διαμορφώνεται στο 2,50%, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προβλέπει πληθωρισμό 3,0% το 2026 και 2,5% το 2027.
Υπάρχει, όμως, ένα ελληνικό στοιχείο που αποκτά τώρα ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων ήταν 4,67%. Για χρηματοδοτήσεις έως 250.000 ευρώ —δηλαδή για τα δάνεια που αφορούν κυρίως μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες— το επιτόκιο έφτανε στο 5,07%.
Αντίθετα, για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ περιοριζόταν στο 4,14%. Ακόμη ακριβότερα ήταν τα επαγγελματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, με επιτόκιο 6,91%.
Με απλά λόγια, όσο μικρότερη είναι η επιχείρηση και η χρηματοδότηση που ζητά, τόσο ακριβότερα δανείζεται.
Γιατί έχει σημασία: Αυτό είναι ίσως το πιο ισχυρό αριθμητικό επιχείρημα στη συζήτηση για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία ύψους 5 ή 7 δισ. ευρώ. Είναι με ποιο κόστος, με ποιες εξασφαλίσεις και με ποια τραπεζικά κριτήρια φτάνουν τελικά τα χρήματα στο μικρό κατάστημα, στον ελεύθερο επαγγελματία και στη μικρή βιοτεχνία.
Η εικόνα συνδέεται άμεσα και με το ιδιωτικό χρέος. Μια επιχείρηση που κουβαλά παλαιές οφειλές και καλείται να πληρώσει 5% έως 7% για νέο χρήμα δύσκολα επιστρέφει σε βιώσιμη τροχιά μόνο μέσω μιας ακόμη πιστωτικής γραμμής. Χρειάζεται συνδυασμός ρύθμισης των παλαιών χρεών, φθηνότερης χρηματοδότησης και ουσιαστικών εγγυοδοτικών εργαλείων.



