18 Μαρτίου, 2026

Η Ανατροπή στην Ενημέρωση!

Expand search form

Το “ρησιτάλ κυνισμού” Γεωργιάδη: Μια προσπάθεια κανονικοποίησης του σκανδάλου των υποκλοπών

Όλες οι κατηγορίες: ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Κοινοποιήστε

Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης κατάφερε αυτή την εβδομάδα να προκαλέσει νέα πολιτική θύελλα, δίνοντας μια τηλεοπτική παράσταση που δύσκολα θα ξεχάσει όποιος παρακολούθησε τις δηλώσεις του.

Με ύφος καθησυχαστικό και ένα αμήχανο χαμόγελο, επιχείρησε να πείσει τους πολίτες ότι οι παρακολουθήσεις είναι κάτι τόσο συνηθισμένο όσο το να βρέχει — και πως όποιος αγανακτεί, μάλλον δεν έχει καταλάβει πώς λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος.

Η λογική του “so simple as that”

Ο Γεωργιάδης ήταν απολαυστικά κυνικός: «Όποιος κάνει τη δική μου δουλειά και πιστεύει ότι κανένας δεν του παρακολουθεί το τηλέφωνο, δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά. So simple as that». Με μια φράση, όχι απλώς υποβάθμισε το σκάνδαλο, αλλά το παρουσίασε ως αναπόσπαστο κομμάτι της επαγγελματικής πραγματικότητας. Λες και το ζήτημα δεν είναι η παράνομη παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και στρατιωτικών, αλλά η αφέλεια όσων θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα στην ιδιωτικότητα.

Κορυφαία στιγμή της εμφάνισής του, όταν ρώτησε ρητορικά αν η Apple δίνει στοιχεία στην αμερικανική κυβέρνηση, καταλήγοντας πως «το τηλέφωνο το 2026 είναι τελείως αδιάφορο». Η σύγχυση που επιχειρεί να καλλιεργήσει είναι προφανής: μπερδεύει τη νόμιμη άρση απορρήτου (που γίνεται με δικαστική άδεια) με την παράνομη εγκατάσταση κατασκοπευτικού λογισμικού σε τηλέφωνα πολιτικών αντιπάλων και αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η αντίδραση Ανδρουλάκη και η διάψευση του πατριωτικού αφηγήματος

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν άφησε αναπάντητες τις δηλώσεις. Με εμφανή αγανάκτηση, υπενθύμισε ότι τέσσερις αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων παγιδεύτηκαν από έναν απόστρατο αξιωματικό του Ισραήλ. «Και είναι αδιάφορο για τον κύριο Γεωργιάδη και μας το παίζει και πατριώτης; Ντροπή!», είπε χαρακτηριστικά.

Η επισήμανση Ανδρουλάκη είναι καίρια: πώς γίνεται ένας υπουργός που διατείνεται πατριωτισμό να θεωρεί αδιάφορη την παρακολούθηση των αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας; Πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας, όχι για ένα αθώο τηλεφωνικό παιχνίδι. Κι όμως, ο υπουργός Υγείας το αντιμετωπίζει με μια ελαφρότητα που προσβάλλει κάθε έννοια θεσμικής ευθύνης.

Η κυβέρνηση σε αδιέξοδο

Το σκάνδαλο των υποκλοπών αρνείται πεισματικά να κλείσει, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις. Η πρόσφατη απόφαση του Πλημμελειοδικείου που επέβαλε βαριές καταδίκες και ζήτησε νέα έρευνα για κακουργήματα, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη Ντίλιαν ότι το Predator πωλήθηκε μόνο σε κυβερνήσεις, έχει δημιουργήσει νέα, εξαιρετικά δυσμενή δεδομένα.

Η δήλωση του ιδιοκτήτη της Intellexa ότι το λογισμικό του διατέθηκε αποκλειστικά σε κρατικούς φορείς, τινάζει στον αέρα τον κυβερνητικό ισχυρισμό περί «ιδιωτών» που δρούσαν ανεξέλεγκτα. Αν το Predator χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα —κι όλα τα στοιχεία δείχνουν πως χρησιμοποιήθηκε— τότε η εμπλοκή της Πολιτείας είναι δεδομένη.

Η στρατηγική του κυνισμού

Ο Γεωργιάδης δεν υπηρετεί τυχαία αυτή τη γραμμή. Ενώ οι υπόλοιποι κυβερνητικοί επιμένουν σε μια αμυντική τακτική που καταρρέει διαρκώς, εκείνος επιλέγει την επίθεση: επιχειρεί να πείσει ότι δεν συνέβη και τίποτα σπουδαίο. Πρόκειται για μια προσπάθεια κανονικοποίησης της παρανομίας, ένα εγχείρημα εξοικείωσης της κοινωνίας με την ιδέα ότι τα τηλέφωνα παρακολουθούνται, ότι τα προσωπικά δεδομένα είναι ευάλωτα, και πως όποιος ενοχλείται απλώς δεν έχει προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του 2026.

Η λογική αυτή, αν περάσει, υποσκάπτει τα θεμέλια της δημοκρατίας. Όταν οι πολίτες πειστούν ότι η παρακολούθηση είναι αναπόφευκτη, τότε κάθε έννοια δικαιώματος στην ιδιωτικότητα εξαφανίζεται. Κι όταν ένας υπουργός συμβουλεύει τους τηλεθεατές «να προσέχουν τα τηλέφωνα να μην έχουν τίποτα που έχει σημασία», στην πραγματικότητα τους λέει να αποδεχτούν την παρακολούθηση ως μοιραία.

Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο

Βεβαίως, ο ίδιος άνθρωπος που θεωρεί «αδιάφορες» τις υποκλοπές, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος στη Βουλή με την Ζωή Κωνσταντοπούλου, επικαλέστηκε με αγανάκτηση την προστασία των προσωπικών του δεδομένων. Δεν είναι λοιπόν αδιάφορη υπόθεση η παρακολούθηση — όταν αφορά τον ίδιο. Η επιλεκτική αυτή ευαισθησία αποκαλύπτει το πραγματικό μέγεθος του κυνισμού: τα δικαιώματα υπάρχουν μόνο για τους ισχυρούς, οι υπόλοιποι ας μάθουν να ζουν με την ιδέα ότι είναι διαρκώς εκτεθειμένοι.

Το ερώτημα που μένει αναπάντητο

Η κυβέρνηση οφείλει να τοποθετηθεί. Υιοθετεί τη γραμμή Γεωργιάδη ότι οι υποκλοπές είναι μια αδιάφορη υπόθεση που δεν πρέπει να απασχολεί κανέναν; Αν ναι, ας το πει ξεκάθαρα. Αν όχι, ας εξηγήσει γιατί ένας υπουργός της επιτρέπεται να διατυμπανίζει τέτοιες απόψεις χωρίς συνέπειες.

Σε κάθε περίπτωση, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα — είναι συνενοχή. Και η κοινωνία που συνηθίζει στην παρακολούθηση, που μαθαίνει να θεωρεί φυσιολογικό το αφύσικο, που αποδέχεται ότι τα τηλέφωνα είναι διάτρητα και η ιδιωτικότητα πολυτέλεια, έχει ήδη χάσει μια μάχη κρίσιμη για τη δημοκρατία της. Ο Άδωνις Γεωργιάδης μπορεί να το θεωρεί «απλό». Η Ιστορία, όμως, σπάνια συγχωρεί όσους προσπαθούν να κανονικοποιήσουν το έγκλημα.

Προηγούμενο Άρθρο

Περιβαλλοντική «βόμβα» έτοιμη να εκραγεί στη Μεσόγειο: Ρωσικό τάνκερ γεμάτο LNG πλέει ακυβέρνητο

Επόμενο Άρθρο

Απάντηση Γραφείου Τύπου Δήμου Αθηναίων στον Κώστα Μπακογιάννη

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Πάρτι διαφθοράς δίχως τέλος στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ – Ο Διευθυντής Γραφείου του Κεφαλογιάννη κανόνιζε τους ελέγχους

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΠάρτι διαφθοράς δίχως τέλος φαίνεται πως υπάρχει στο «γαλάζιο» σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ Σε έναν από τους διαλόγους που έχει καταγράψει […]

Στρατάκος: Δεν εννοούσε ο Ξυλούρης τα περί δολοφονίας της Τυχεροπούλου

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΆφωνους άφησε τους Βουλευτές της εξεταστικής επιτροπής ο πρώην γραμματέας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, Γιώργος Στρατάκος για τον επίμαχο διάλογο […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *