Στην τελική ευθεία μπαίνει ένα έργο που για χρόνια αποτέλεσε σύμβολο διοικητικής αδράνειας και αστικού παραλογισμού στην καρδιά της Αθήνας.
Η Βασιλίσσης Όλγας, ένας από τους πιο νευραλγικούς άξονες της πρωτεύουσας, παραδίδεται επιτέλους σε λειτουργία, κλείνοντας έναν κύκλο ταλαιπωρίας που σημάδεψε την καθημερινότητα κατοίκων και επισκεπτών.
Η υπόθεση της συγκεκριμένης οδού δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρύτερο αφήγημα του περιβόητου «Μεγάλου Περιπάτου», ενός εγχειρήματος που συνδέθηκε άρρηκτα με τη θητεία του Κώστα Μπακογιάννη. Το project, που παρουσιάστηκε ως τομή για τη βιώσιμη κινητικότητα, κατέληξε να συμβολίζει έναν συνδυασμό προχειρότητας, ελλιπούς σχεδιασμού και πολιτικής επικοινωνίας χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Η Βασιλίσσης Όλγας μετατράπηκε σε ένα διαρκές εργοτάξιο χωρίς σαφή ορίζοντα ολοκλήρωσης, εγκλωβίζοντας την πόλη σε κυκλοφοριακή ασφυξία.
Για τρεισήμισι χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία και την εικόνα επί του πεδίου, το έργο παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμο. Οι παρεμβάσεις ήταν αποσπασματικές, η πρόοδος περιορισμένη και η καθημερινότητα των πολιτών επιβαρύνθηκε χωρίς αντιστάθμισμα. Η αίσθηση εγκατάλειψης δεν ήταν μόνο πολιτική κριτική, αλλά βιωμένη εμπειρία για χιλιάδες Αθηναίους.
Η εικόνα αυτή επιχειρείται πλέον να ανατραπεί από τη νέα δημοτική αρχή. Σε πρόσφατο βίντεο με αυτοψία στο έργο, ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας εμφανίζεται να καταγράφει την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων, αποδίδοντάς την σε στοχευμένες πιέσεις, επιτάχυνση διαδικασιών και –κυρίως– σε αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως «πολιτική βούληση». Το μήνυμα είναι σαφές: εκεί όπου υπήρχε στασιμότητα, υπήρξε παρέμβαση· εκεί όπου υπήρχε αδράνεια, υπήρξε διοίκηση.
Η αποπεράτωση του έργου δεν έχει μόνο τεχνική σημασία. Αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης πολιτικής ευθύνης και καθημερινότητας. Γιατί η Βασιλίσσης Όλγας δεν ήταν απλώς ένας δρόμος υπό κατασκευή, αλλά μια ανοιχτή πληγή στο κέντρο της πόλης, που ανέδειξε τα όρια ενός μοντέλου διακυβέρνησης βασισμένου περισσότερο στην εικόνα παρά στο αποτέλεσμα.
Το πολιτικό αποτύπωμα της εξέλιξης αυτής είναι αναπόφευκτο. Η σύγκριση μεταξύ των δύο διοικήσεων δεν τίθεται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά προκύπτει σχεδόν αυτονόητα από την ίδια την πραγματικότητα του έργου. Και αυτή η πραγματικότητα δείχνει ότι, σε μια πόλη που ασφυκτιά από καθυστερήσεις και ημιτελείς παρεμβάσεις, η αποτελεσματικότητα δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά όρος επιβίωσης.


