Ο νεολογισμός «σεζονίστας» έχει καθιερωθεί στην καθομιλούμενη ως συνώνυμο των εποχικών εργαζομένων στον τουρισμό.
Συνήθως, είναι εκείνοι που δουλεύουν 10 με 12 ώρες, έξι με εφτά ημέρες τη βδομάδα για να απολαύσουν οι τουρίστες της διακοπές τους.
Εξίσου καθιερωμένα και επαναλαμβανόμενα κάθε χρόνο είναι τα ρεπορτάζ για τους «σκλάβους στις γαλέρες του τουρισμού». Πλάι στα αφιερώματα για τους δημοφιλείς προορισμούς, τις ταξιδιωτικές εισπράξεις, τις παράνομες ή πανάκριβες ομπρελοξαπλώστρες, περισσεύει λίγος χώρος στο μενού της θερινής-τουριστικής ειδησεογραφίας για τα βάσανα των εποχικών εργαζομένων.
Ένας περιφραστικός ορισμός για τους σεζονίστας είναι «τα παιδιά που δουλεύουν σεζόν». Αν και όσοι λιώνουν στο σέρβις, σε μπιτσόμπαρα, ταβέρνες, ξενοδοχεία είναι συνήθως νέοι, στον τουρισμό εργάζονται άτομα κάθε ηλικίας: γυναίκες στα πρώτα ή και δεύτερα –ήντα, που ζουν τις οικογένειές τους δουλεύοντας καμαριέρες και καθαρίστριες· λαντζιέρηδες και λαντζιέρισες, ξενοδοχοϋπάλληλοι με δεκαετίες εμπειρίας, μάγειροι και παραμάγειρες, μπαρίστας, ρεσεψιονίστ κ.ο.κ.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), η άμεση απασχόληση στα καταλύματα και στην εστίαση ξεπερνά τα 475.000 άτομα στο ζενίθ της σεζόν.
Μαζί με την έμμεση απασχόληση πλησιάζει τα 750.000 άτομα ή το 17% του συνόλου των απασχολούμενων. Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή εργαζομένων, πολλαπλών ταχυτήτων και επαγγελματικών ειδικοτήτων. Αν εξαιρέσεις τα στελέχη καριέρας, η πλειονότητα των θέσεων εργασίας στη «βαριά βιομηχανία» της χώρας, όπως αποκαλείται ο τουρισμός, έχουν χαμηλούς μισθούς, υψηλή ένταση εργασίας και υψηλό βαθμό επισφάλειας.
Οι 50 αποχρώσεις των σεζονίστας
Οι σεζονίστας είναι μια υποκατηγορία από μόνοι τους. Με τα χρήματα που προσπαθούν να αποταμιεύσουν στη διάρκεια της σεζόν, ευελπιστούν να βγάλουν τον χειμώνα ή να τους μείνει κάτι στην άκρη, αν δεν έχουν άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις.
Πέρα από τα κλισέ για τις γαλέρες, τα γκαρσόνια της Ευρώπης κ.λπ., οι εργαζόμενοι σεζόν έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και διαφοροποιήσεις.
Εκτός από τους ντόπιους που τραβάνε κουπί ή καθαρίζουν το κατάστρωμα, υπάρχουν και τα πιο κάτω αμπάρια. Είναι οι καραβιές («αεροπλανιές» για την ακρίβεια) των μετακλητών εργατών από τρίτες χώρες: Φιλιππίνες, Μπαγκλαντές, Αίγυπτο, Πακιστάν.
Συνήθως δεν τους βλέπεις ή κάνεις ότι δεν τους βλέπεις, αφού αναλαμβάνουν τις πιο σκληρές εργασίες στα μετόπισθεν. Μπορεί να μη φοράνε αλυσίδα με μπάλα στο πόδι, αλλά συχνά τελούν υπό την ομηρία των μεσαζόντων.
Οι διαδικασίες μετάκλησης είναι χρονοβόρες, δαπανηρές και γραφειοκρατικές, με πολλά γκρίζα σημεία.
Τα τελευταία χρόνια την μετάκληση αλλοδαπών αναλαμβάνουν με το αζημίωτο εργολαβικά γραφεία, που «δανείζουν» το φθηνό εργατικό δυναμικό στις επιχειρήσεις.
Εκτός από τους μετανάστες από Ασία και Αφρική, τις κενές θέσεις εργασίας καλύπτουν και ανατολικοευρωπαίοι ή/και πρόσφυγες από την Ουκρανία.
Ένας δουλεύει για δύο
Από το 2022, όταν ο τουρισμός επέστρεψε σε ρυθμούς κανονικότητας μετά την πανδημία, επανέρχεται διαρκώς στην επικαιρότητα το θέμα της έλλειψης εργατικών χεριών.
Θεωρητικά ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης θα έπρεπε στην παρούσα συγκυρία να λειτουργεί υπέρ των εργαζομένων, ανεβάζοντας τη διαπραγματευτική τους δύναμη.
Στην πράξη όμως τα μεροκάματα είναι καθηλωμένα στα πέριξ του κατώτατου μισθού. Τα όποια «έξτρα» προκύπτουν είναι από τις υπερωρίες και την υπερεργασία, ενώ μέρος των χρημάτων εξακολουθεί να δίνεται με μαύρα.
Οι υψηλότεροι ονομαστικοί μισθοί σημαίνουν ότι ένα άτομο δουλεύει για δύο, χωρίς ανάσα.
Αν κάτι αλλάζει σταδιακά, αυτό είναι η νοοτροπία, όχι μόνο των σεζονίστας αλλά και εκείνων που δουλεύουν χειμώνα-καλοκαίρι σε εστίαση-τουρισμό.
Από πρωτοπρόσωπες μαρτυρίες αλλά και από την πληθώρα καταγγελιών σε σωματεία και επιθεωρήσεις εργασίας, προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι πια διατεθειμένοι να ανεχτούν τα πάντα για ένα μεροκάματο.
Έννοιες όπως συναδελφικότητα, αλληλεγγύη, διεκδίκηση, οργάνωση, αντικαθιστούν -έστω και δειλά- την κυρίαρχη τάση της εξατομίκευσης και της αποξένωσης. Δίκτυα επικοινωνίας, με ομάδες σεζονίστας στα social media, λειτουργούν ως βήμα διαλόγου και ενημέρωσης.
Η εικόνα του θυματοποιημένου εργαζόμενου, που θα περπατήσει ξυπόλητος στην άμμο ή θα σερβίρει τον πελάτη στη θάλασσα, δυστυχώς υπάρχει, αλλά δεν είναι ο κανόνας.
Υπάρχει υπερεργασία, εντατικοποίηση, εργοδοτική παραβατικότητα, αυταρχισμός και αυθαιρεσία, υπάρχει όμως και αντίλογος.
Σε αντίθεση με εποχές πολύ υψηλής ανεργίας, σήμερα οι εργαζόμενοι έχουν περισσότερες επιλογές. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε σε μια φράση το κλίμα που μετέφεραν οι σεζονίστας που μίλησαν το in, αυτή θα ήταν η αξέχαστη ατάκα της Μάρως Κοντού, από το «Η γυνή να φοβήται τον άντρα»: Ξύπνησαν οι σκλάβοι Αντωνάκη!
Κλάιντι – ο πρακτικάριος
Ο Κλάιντι είναι 21 ετών, απόφοιτος ΙΕΚ τουριστικών επαγγελμάτων. Πέρυσι έκανε την πρακτική του άσκηση σε «all inclusive θέρετρο» στην Κέρκυρα, ως food runner και σερβιτόρος.
Φέτος δεν πήγε σεζόν, θέλει να ξεκουραστεί πριν φύγει στρατό. «Δούλευα σπαστό ωράριο, το πρωί εννιά με μία και μετά ξανά έξι με δέκα και μισή, οχτώμισι ώρες σύνολο. Δεν ήταν ποτέ δωδεκάωρο ή δεκάωρο. Ο μισθός δεν ήταν και πολύ καλός, 1050 καθαρά. Αλλά για πρακτική δεν είναι άσχημα, χωρίς να υπολογίζω τα tips» μας λέει.
Δηλώνει σχετικά ικανοποιημένος από το βάπτισμα του πυρός σε μεγάλο ξενοδοχειακό όμιλο. «Το μόνο που με χάλασε ήταν το φαγητό. Μας είχαν πει θα έχουμε δικό μας εστιατόριο με φουλ καλό φαγητό. Τον πρώτο μήνα όντως έτσι ήταν. Μετά έκαναν συνέχεια τα ίδια, κάτι μακαρόνια που δεν τρώγονταν».
Φέτος είχε πρόταση να επιστρέψει για σεζόν. «Τους ζήτησα αύξηση και μου έδωσαν 1.200 ευρώ. Δεν πήγα όμως, ήθελα απλά να κάτσω λίγο στην Αθήνα μου». Δεν ανησυχεί μήπως δεν βρει δουλειά. «Υπάρχει μεγάλη έλλειψη εργατικών χεριών και θα εξακολουθήσει να υπάρχει, γιατί ανοίγουν συνέχεια νέα ξενοδοχεία», καταλήγει ο Κλάιντι.
Κική Μακρή – η συνδικαλίστρια
Η Κική είναι 57 ετών, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Κω. Δουλεύει 25 χρόνια στον τουρισμό και είναι ενεργή συνδιαλίστρια, στο Δ.Σ. του Σωματείου Ξενοδοχοϋπαλλήλων και του Εργατικού Κέντρου Βορείου Συγκροτήματος Δωδεκανήσου. «Οι μισθοί είναι κολλημένοι στο 2011 με σημερινές ονομαστικές τιμές. Ο βασικός μισθός για ξενοδοχοϋπάλληλο πρώτης κατηγορίας ξεκινά από τα 1000 ευρώ μεικτά», μας λέει. «Η σίτιση και η στέγαση δεν είναι δωρεάν, παρακρατούνται από τον μισθό. Οι κρατήσεις είναι συχνά περισσότερες από όσο θα έπρεπε».
Μέσω του σωματείου καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να προσεγγίσει τους μετακλητούς εργαζόμενους από τρίτες χώρες. «Πλέον μεσολαβεί ένα σύγχρονο σκλαβοπάζαρο, με τη βούλα του κράτους και του υπουργείου Εργασίας. Οι εργαζόμενοι πρέπει να ξεπληρώσουν τη μίζα στο πρακτορείο, το δουλεμπορικό όπως το λένε τα σωματεία. Στις εξορμήσεις μας έχουμε δει ανθρώπους να στοιβάζονται, πέντε άτομα μαζί σε ένα δωμάτιο, σε μικρά πρώην ξενοδοχεία που έχουν αλλάξει χρήση». Τα τελευταία χρόνια δουλεύουν στα νησιά και πρόσφυγες από την Ουκρανία. «Πολλές φορές δεν χτυπάνε κάρτα στο Εργάνη. Χτυπάνε σε άλλο QR, που το διαχειρίζεται εργολάβος με έδρα στην Αθήνα, γιατί υπάγονται σε άλλο δουλεμπορικό».
Αν και τα κρούσματα εργοδοτικής παραβατικότητας είναι πολλά, οι έλεγχοι είναι λίγοι. «Έχουμε πάνω από 300 ξενοδοχειακές μονάδες στο νησί και η Επιθεώρηση Εργασίας στελεχώνεται μόνο στην Κω, για έξι νησιά συνολικά. Στα υπόλοιπα δεν υπάρχει επιθεωρητής να ελέγξει. Εργατικά αστυχήματα συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά. Για θανατηφόρο δυστύχημα που έγινε πέρυσι έπρεπε να κάνουμε αναφορά στο ΚΕΠΕΚ (Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου) Πειραιά, και ήρθαν να ελέγξουν μετά από πολύ καιρό», δηλώνει η κ. Μακρή.
Παρά τις δυσκολίες οι συλλογικές διεκδικήσεις αποδίδουν καρπούς. «Ό,τι κερδίσαμε το κερδίσαμε συλλογικά. Σταματήσαμε την παρακράτηση της μίζας από τους Φιλιππινέζους συναδέλφους, κερδίσαμε το δώρο Πάσχα σε μεγάλο ξενοδοχείο που δεν ήθελαν να το δώσουν».
Ανθή – σερβιτόρα με μεταπτυχιακό
Η Ανθή είναι 24 ετών, πτυχιούχος Κοινωνικής Εργασίας και ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό της με θέμα τις εξαρτήσεις. Είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που δουλεύει σεζόν, σε beach bar σε νησί των Κυκλάδων. «Δουλεύω εννιάωρο, επταήμερο, 60 ευρώ τη μέρα. Παίρνουμε ρεπό μόνο όταν ο καιρός είναι κακός». Γνωρίζει ότι το συνεχές επταήμερο χωρίς ρεπό είναι παράνομο, όμως το έχει αποδεχθεί ως προσωρινή συνθήκη. «Τουλάχιστον έχουμε πλήρη ένσημα, με τη συλλογική σύμβαση. Σε δυόμισι μήνες περιμένω να βάλω στην άκρη τρία χιλιάρικα. Δεν χαλάμε λεφτά σε σίτιση ή στέγαση, μας τα παρέχει το μαγαζί».
Το πιο δύσκολο στη δουλειά της «είναι ο δυνατός ήλιος, οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες και η λιγοστή σκιά», όμως είναι νέα και αντέχει. Στο μαγαζί που δουλεύει υπάρχει καλή αναλογία εργαζομένων, όμως αυτό δεν ισχύει αλλού. «Πιστεύω ότι οι ίδιοι οι εργοδότες δεν θέλουν πλέον πολλούς εργαζομένους, για να περιορίσουν το κόστος. Βάζουν ένα παιδί να κάνει τη δουλειά δύο ατόμων».
Στη δουλειά δεν έχει υποστεί κάτι ακραίο, αλλά έχει πολλά παραδείγματα γύρω της. «Πέρυσι μια κολλητή μου πήγε στο τέλος της σεζόν να πάρει το δώρο και το επίδομα αδείας, και ο εργοδότης της είπε ”σκάσε, βούλωσέ το, θα σου κόψω τη γλώσσα”».
Θοδωρής – από το Πολυτεχνείο στην εστίαση
Ο Θοδωρής είναι 29 ετών, μηχανικός περιβάλλοντος στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Δουλεύει πέντε χρόνια στην εστίαση χειμώνα-καλοκαίρι και ταυτόχρονα σπουδάζει. Φέτος δουλεύει σερβιτόρος σε μεζεδοπωλείο στα Χανιά. Είναι μέλος του Συνδικάτου Επισιτισμού Τουρισμού Αττικής και συμμετέχει στο σχήμα «Λάντζα – αγωνιστική εργατική συσπείρωση στον χώρο του επισιτισμού-τουρισμού». Στο μαγαζί που εργάζεται υπάρχει σχετικά καλό κλίμα μεταξύ των συναδέλφων. Όμως οι γενικότερες συνθήκες είναι ασφυκτικές. Ο Θοδωρής επιβεβαιώνει ότι επικρατεί ακραία εντατικοποίηση. «Όταν χρειάζονται παραπάνω άτομα για ένα πόστο, θα το βγάλει ένας που δουλεύει πλέον για δύο».
Παρά την ψηφιακή κάρτα υπάρχουν παραθυράκια. «Ή την κρατάει ο εργοδότης και τη χτυπάει όποτε θέλει ή λένε στα παιδιά ”χτυπήστε τις κάρτες” όταν πέφτει σύρμα για έλεγχο».
Ακόμα και μετά την υπογραφή συλλογικής σύμβασης, «τα μεροκάματα παραμένουν στον πάτο, δεν ανταποκρίνονται στην ακρίβεια που υπάρχει σήμερα. Υπάρχει και το μοντέλο του καλού μισθού στα χαρτιά, 1.300-1.400 ευρώ, χωρίς όμως δώρα και υπερωρίες μέσα». Ένα μεγάλο θέμα είναι η στέγαση. Ο ίδιος ζει σε διαμέρισμα που τους παραχωρεί ο ιδιοκτήτης, έναντι σχετικά χαμηλού ενοικίου. «Όταν όμως κατεβαίνεις για ένα μισθό της τάξης των 1.300 ευρώ, ακόμα και 250 ενοίκιο μειώνουν αισθητά αυτά που σου μένουν».
Ως «Λάντζα» διεκδικούν δικαίωματα που στο ελληνικό εργασιακό τοπίο μπορεί να φαίνονται υπεραισιόδοξα, αλλά με βάση τις σύγχρονες δυνατότητες είναι και εφικτά και δίκαια. Μιλάνε για μείωση του χρόνου εργασίας, με μισθό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής. «Μέσω της Λάντζας και μέσω του Συνδικάτου Επισιτισμού Τουρισμού, που έχει δικτύωση και εκτός Αττικής, καλούμε τους εργαζόμενους να έρχονται σε επικοινωνία μαζί μας. Όταν υπάρχουν περιστατικά αυθαιρεσίας να τα δημοσιοποιούν, να κάνουν καταγγελίες. Πολλές φορές ο φόβος καταπίνει την οργή, όμως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι, οι εργαζόμενοι δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια».
Πηγή: in.gr



