Μία στιγμή ρήξης και μια νέα, οξύτατη πολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται γύρω από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Το ναυάγιο του διαλόγου με το Αγροτικό Κίνημα δεν υπήρξε απλώς μια αποτυχία διαπραγμάτευσης, αλλά το σημείο εκκίνησης ενός νέου, σκληρού αντιπολιτευτικού περιβάλλοντος. Σε αυτό το κλίμα, που πολλοί χαρακτηρίζουν ως «επαναστατικό», φαίνεται ότι θα κληθεί τελικά να αναμετρηθεί η κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές. Ο κύριος αντίπαλος, ωστόσο, δεν είναι πλέον τα παραδοσιακά συστημικά κόμματα, αλλά ένα εκλογικό κοινό που «βράζει» και ζητάει ριζική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού – ένα κοινό που τα αντισυστημικά κόμματα, από την Αριστερά έως τη Δεξιά, προσπαθούν να αγκαλιάσουν.
Σκληρή Στροφή και Απομόνωση του «Εχθρού»
Η αντίδραση του Μαξίμου στο αδιέξοδο ήταν άμεση και επιθετική. Η αμηχανία από την κακή τροπή των γεγονότων μετατράπηκε σε στρατηγική σκληροπυρηνικότητας. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αφού ζύγισε προσεκτικά τις εισηγήσεις του, προχώρησε σε καταγγελία εναντίον συγκεκριμένου πολιτικού φορέα. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο στόχος ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), σε μια προσπάθεια να ταυτίσει την «σκληρή» πτέρυγα του αγροτικού κινήματος με αντιευρωπαϊκές και εξτρεμιστικές δυνάμεις.
Η λογική αυτή είναι διττή: πρώτον, να οριοθετήσει και να απομονώσει τον πολιτικό «εχθρό», υποστηρίζοντας ότι η κινητοποίηση δεν εκφράζει τον πραγματικό αγρότη που βρίσκεται σε απόγνωση, αλλά μια μικρή μειοψηφία που επιδιώκει «επαναστατική γυμναστική». Δεύτερον, να χτίσει ένα αφήγημα που να δικαιολογεί μια ενδεχόμενη σκληρή αντίδραση. Ο στόχος, όπως επισημαίνεται, είναι να «πάρουν τον μουτζούρη οι σκληροπυρηνικοί αγρότες», ώστε να ανακτήσει η κυβέρνηση την πρωτοβουλία και να πάρει τη μερίδα του λέοντος της κοινωνίας στο πλευρό της.
Στρατηγική Διάσπασης και Διαρροές Πολέμου
Η κυβέρνηση εφάρμοσε μέχρι τέλους τη στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε». Προσπάθησε να διαχωρίσει τους «μετριοπαθείς» αγρότες από τους «σκληροπυρηνικούς». Παράλληλα, η συναίνεση να αυξηθεί ο αριθμός των εκπροσώπων στη συζήτηση από 20 σε 25, και η εν συνεχεία απόρριψη των απαιτήσεων για δύο ξεχωριστές συναντήσεις, αποτέλεσε το τελευταίο χτύπημα στην προσπάθεια συμφιλίωσης.
Έκδηλη έγινε η πρόθεση για κλιμάκωση μέσω επιμελημένων διαρροών από κυβερνητικές πηγές. Σε δήλωση που διαρρέει, η κυβέρνηση κατηγορεί «μια μικρή μειοψηφία εκπροσώπων… που χρησιμοποιεί τον αγροτικό αγώνα ως άλλοθι για προσωπικές ή εξωθεσμικές επιδιώξεις» και αναφέρει ότι επιθυμούσε συνάντηση «με πρόσωπα ελεγχόμενα από τις Αρχές για παράνομες επιδοτήσεις ή παραβατικές συμπεριφορές».
Το ίδιο μήνυμα συμπληρώνεται με σαφή απειλή: «Σε περίπτωση κλιμάκωσης κινητοποιήσεων μόνες αρμόδιες είναι οι αρχές». Μια φράση που αναφέρεται απευθείας στην προοπτική αστυνομικής επέμβασης και καταστολής.
Η Αδιευκρίνιστη Απειλή: Τι Σχεδιάζει το Μαξίμου;
Το ερώτημα που κρέμεται στον αέρα από χθες βράδυ είναι απλό και επώδυνο: Τι ακριβώς σημαίνει «θα σκληρύνουμε τη στάση μας»; Τουλάχιστον τέσσερις φορές σε 50 ημέρες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει προειδοποιήσει για συνέπειες, χωρίς ποτέ να υλοποιηθούν. Η ρήξη, όμως, τώρα είναι ολοκληρωτική και η κυβέρνηση βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, υποχρεωμένη να δράσει για να διατηρήσει την αξιοπιστία της.
Το «Σχέδιο Β» παραμένει σκόπιμα αδιευκρίνιστο, δημιουργώντας κλίμα αβεβαιότητας και πίεσης. Οι πιθανότητες κυμαίνονται:
1. Κάθοδος των ΜΑΤ για την εκκαθάριση των μπλοκαριστικών πομπών.
2. Εφαρμογή διοικητικών προστίμων και έναρξη δικαστικών διώξεων για τα τρακτέρ που εμποδίζουν τις συγκοινωνίες.
3. Προληπτική επέμβαση σε περίπτωση που σχεδιάζεται νέο πανελλαδικό «black out» ή κάθοδος τρακτέρ στην Αθήνα.
«Ακόμη δεν είναι η ώρα γι αυτή τη συζήτηση. Σήμερα θα δει ο πρωθυπουργός τους αγρότες που θέλουν να προσέλθουν στον διάλογο και από αύριο βλέπουμε», αναφέρονται πηγές, «κλωτσώντας το τενεκεδάκι» της μετωπικής σύγκρουσης λίγο πιο μπροστά.
Ο Φόβος της Μετωπικής Σύγκρουσης και η Πολιτική Αναγκαιότητα
Παρά τις απειλές, στο Μαξίμου – και ιδιαίτερα στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη – υπάρχει βαθύς φόβος για μια μετωπική σύγκρουση στους δρόμους. Οι εικόνες αιματηρών επεισοδίων με αγρότες θα μπορούσαν να είναι μοιραίες πολιτικά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Παύλος Μαρινάκης μιλά συχνά για κίνδυνο «προβοκάτσιας» και επαναλαμβάνει ότι «δεν υπάρχει τρόπος να μετακινήσεις τόνους τρακτέρ από την άσφαλτο» – μια άρνηση της προφανούς δυνατότητας επέμβασης.
Ωστόσο, η επιμονή των αγροτών δεν αφήνει πλέον περιθώρια. Η πιθανή κάθοδος τρακτέρ στην Αθήνα και η αποκλεισμός κρίσιμων υποδομών (πχ. λιμάνια, βιομηχανικές ζώνες) θέτει την κυβέρνηση σε δυσβάσταχτη θέση. Πρέπει να αποδείξει στους δικούς της ψηφοφόρους και στην ευρύτερη κοινή γνώμη ότι μπορεί και θέλει να επιβάλλει τον νόμο και να διασφαλίσει τη λειτουργία του κράτους.
Συμπέρασμα: Στα πρόθυρα μιας Νέας Εποχής
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Ο αγροτικός αγώνας έπαψε να είναι ένα κοινωνικοοικονομικό αίτημα και μεταμορφώθηκε στον πυρήνα μιας ευρύτερης πολιτικής αναμέτρησης. Με τις απειλές για καταστολή και τις προσπάθειες διάσπασης, το Μαξίμου παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί είτε να του εξασφαλίσει τον έλεγχο της αφήγησης και να απομονώσει τους επικριτές του, είτε να οδηγήσει σε μία κοινωνική έκρηξη με αimπρόβλεπτες πολιτικές συνέπειες.
Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης δεν θα καθοριστεί μόνο στους αγρούς ή στους δρόμους, αλλά και στην αντίληψη ενός εκλογικού σώματος που, όπως παρατηρείται, «βράζει» και αναζητά ριζικές απαντήσεις. Η αντιπολίτευση που γεννιέται από αυτή τη σύγκρουση μπορεί να μην έχει ακόμα ένα ξεκάθαρο πρόσωπο, αλλά έχει ήδη ένα ισχυρό αίσθημα: την απόρριψη του status quo. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, παλεύει να το διαχειριστεί αυτό, κινδυνεύοντας να μετατρέψει μια κρίση διαλόγου σε πόλεμο ταυτοτήτων.



