Η Eurostat αποτυπώνει με έναν από τους πλέον συγκρίσιμους δείκτες της ευρωπαϊκής οικονομίας μια εικόνα που δύσκολα συμβαδίζει με το κυβερνητικό αφήγημα περί «ισχυρής ανάπτυξης» και οικονομικής σύγκλισης. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS), δηλαδή ένας δείκτης που λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στο κόστος ζωής μεταξύ των κρατών-μελών, τοποθετεί την Ελλάδα το 2025 στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με απλά λόγια: ο μέσος Ευρωπαίος βρίσκεται στο 100 και ο Έλληνας στο 68. Και αυτό δεν είναι μια πολιτική εκτίμηση, αλλά ένας δείκτης της Eurostat, ο οποίος χρησιμοποιείται ακριβώς για να γίνονται συγκρίσεις του βιοτικού επιπέδου μεταξύ των κρατών-μελών.
Η Ελλάδα παραμένει στον πάτο της Ε.Ε στον πίνακα με την αγοραστική δύναμη των πολιτών
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο βρίσκεται στη σύγκριση 2019-2025. Το 2019 η Ελλάδα βρισκόταν στο 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Έξι χρόνια αργότερα, το 2025, βρίσκεται στο 68%. Η βελτίωση είναι μόλις 2 ποσοστιαίες μονάδες.
Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες που βρίσκονταν αισθητά χαμηλότερα από την Ελλάδα το 2019 έχουν καταγράψει πολύ ταχύτερη άνοδο. Η Βουλγαρία από το 55% έφτασε στο 68%, καταγράφοντας άνοδο 13 μονάδων. Η Κροατία αυξήθηκε κατά 10 μονάδες, η Ρουμανία κατά 9, ενώ Πολωνία και Κύπρος κατά 7 μονάδες.
Το αποτέλεσμα είναι πολιτικά και οικονομικά δύσκολο να αγνοηθεί: Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται το 2025 στο ίδιο επίπεδο, στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, καταλαμβάνοντας από κοινού την τελευταία θέση της κατάταξης.
Η Ελλάδα, δηλαδή, δεν βρίσκεται απλώς χαμηλά. Βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τη φτωχότερη χώρα της ΕΕ του 2019, η οποία όμως μέσα στην εξαετία πραγματοποίησε πολύ μεγαλύτερη πρόοδο.
Όταν η ανάπτυξη δεν φτάνει στο πορτοφόλι
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πλευρά της συζήτησης. Το ΑΕΠ μπορεί να αυξάνεται, αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνεται αντίστοιχα και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια υψηλές πιέσεις στο κόστος στέγασης, στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στις βασικές υπηρεσίες. Οι αυξήσεις των ονομαστικών μισθών δεν αρκούν, όταν μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος απορροφάται από το κόστος ζωής.
Και εδώ έρχεται ένα δεύτερο, εξαιρετικά αποκαλυπτικό στοιχείο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, κάτω από το κατώφλι της φτώχειας, αυξήθηκε από 17,9% το 2019 σε 19,6% το 2025.
Σχεδόν ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας βρίσκεται πλέον κάτω από το συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο.
Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής οικονομίας: οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορεί να παρουσιάζουν βελτίωση, αλλά η κοινωνική πραγματικότητα δεν ακολουθεί με την ίδια ταχύτητα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και η επόμενη ημέρα
Υπάρχει, παράλληλα, ένα κρίσιμο ερώτημα που δεν μπορεί να μείνει εκτός δημόσιας συζήτησης. Η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε σε μια πρωτοφανή εισροή ευρωπαϊκών πόρων, με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας να διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ στην οικονομία.
Οι πόροι αυτοί έδωσαν αναμφίβολα σημαντική δημοσιονομική και επενδυτική ώθηση. Το ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: πόσο βιώσιμη είναι η ανάπτυξη όταν ένα σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής δυναμικής συνδέεται με έκτακτες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις;
Το 2026 αποτελεί κομβικό σημείο, καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Και τότε η χώρα θα πρέπει να αποδείξει αν έχει δημιουργήσει μια οικονομία που μπορεί να παράγει υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερες θέσεις εργασίας, ισχυρότερη παραγωγικότητα και πραγματική σύγκλιση, χωρίς τη συγκεκριμένη έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ώθηση.
Η πραγματική πρόκληση είναι η σύγκλιση με την Ευρώπη
Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν η Ελλάδα αναπτύσσεται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αναπτύσσεται αρκετά ώστε να συγκλίνει με την υπόλοιπη Ευρώπη και αν αυτή η ανάπτυξη μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για την κοινωνική πλειονότητα.
Τα στοιχεία της εξαετίας δεν επιτρέπουν εύκολους πανηγυρισμούς. Από το 66% στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου δεν συνιστά εκρηκτική σύγκλιση. Και όταν την ίδια περίοδο η Βουλγαρία κερδίζει 13 μονάδες, η Κροατία 10 και η Ρουμανία 9, η ελληνική επίδοση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκληρή όταν συνδυάζεται με την αύξηση του ποσοστού φτώχειας από 17,9% σε 19,6%.
Η ανάπτυξη έχει αξία όταν γίνεται εισόδημα, αγοραστική δύναμη, κοινωνική ασφάλεια και καλύτερη καθημερινότητα. Αν οι αριθμοί του ΑΕΠ ανεβαίνουν αλλά η χώρα παραμένει στον πάτο της Ευρώπης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας, τότε το ζητούμενο δεν είναι να πανηγυρίζουμε για τους δείκτες.
Είναι να εξηγήσουμε γιατί η ανάπτυξη δεν φτάνει στην κοινωνία.



