Ο πόλεμος στο Ιράν και η ανησυχία για αύξηση των τιμών ενέργειας επιβαρύνουν το καταναλωτικό κλίμα στη Γερμανία, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα των Ινστιτούτων GfK και ΝΙΜ της Νυρεμβέργης. Η πλειονότητα των καταναλωτών αναμένει ότι το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και η βενζίνη θα παραμείνουν ακριβά, επηρεάζοντας αρνητικά τις προσδοκίες για το εισόδημα και τις δαπάνες τους.
Ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος μειώθηκε τον Μάρτιο στις -28,0 μονάδες από -24,8 τον προηγούμενο μήνα, υπερβαίνοντας τις προβλέψεις των αναλυτών για μικρότερη πτώση. Οι ειδικοί αποδίδουν την απότομη υποχώρηση στον φόβο για αυξημένο πληθωρισμό λόγω του υψηλού κόστους ενέργειας.
Το 60% των Γερμανών εκτιμά ότι οι τιμές ενέργειας θα παραμείνουν υψηλές, μειώνοντας περαιτέρω την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην οικονομία, η οποία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2022. Παράλληλα, υπάρχει ανησυχία ότι ακόμη και η ανεπαρκής ανάκαμψη της οικονομίας θα δεχτεί πλήγμα λόγω περιορισμένης αγοραστικής δύναμης.
Ο Γερμανικός Σύνδεσμος Λιανικής προβλέπει για τη φετινή πασχαλινή περίοδο πωλήσεις ύψους 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, μειωμένες κατά 6,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. «Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αγγίζει τους καταναλωτές, οι οποίοι δεν έχουν καν αφομοιώσει το πληθωριστικό σοκ από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τώρα αντιμετωπίζουν νέο κύμα», δήλωσε ο Αντρέας Σόιερλε της Dekabank στην γερμανική δημόσια τηλεόραση ARD.
Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τους κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και την καταναλωτική δραστηριότητα στη Γερμανία, με τον πόλεμο στο Ιράν να λειτουργεί ως καταλύτης για τη συνεχιζόμενη απαισιοδοξία των πολιτών.



