Ατόπημα έκανε ο Υπουργός Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης στο λογαριασμό του στο x καθώς δημοσιεύσε διάλογο από τη δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ
Σύμφωνα με τη βασική αρχή της μυστικότητας της προδικασίας, όπως απορρέει από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το υλικό μιας δικογραφίας δεν είναι ελεύθερα δημοσιοποιήσιμο, ιδίως όταν αφορά εκκρεμή υπόθεση.
Η διαβίβαση στη Βουλή δεν αναιρεί αυτομάτως τον χαρακτήρα αυτόν. Αντιθέτως, το κοινοβουλευτικό πλαίσιο επιβάλλει πρόσθετες εγγυήσεις προστασίας, καθώς πρόκειται για υλικό που μπορεί να επηρεάσει τόσο την ποινική κρίση όσο και την πολιτική διαδικασία. Η αυθαίρετη δημοσιοποίηση αποσπασμάτων, ιδίως με επιλεκτικό τρόπο, δύναται να εγείρει ζητήματα παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρο 252 ΠΚ) ή ακόμη και επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων χωρίς νόμιμη βάση, κατά το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά το γεγονός ότι το υλικό φέρεται να προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, έναν θεσμό με αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο ως προς τη διαχείριση και διακίνηση στοιχείων.
Η μη εξουσιοδοτημένη δημοσιοποίηση τέτοιων εγγράφων δεν είναι μια απλή «πολιτική επιλογή», αλλά ενδέχεται να συγκρούεται με υποχρεώσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο και τη συνεργασία των κρατών-μελών με την EPPO.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πράξη που περιγράφεται δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως επικοινωνιακό επεισόδιο. Αν επιβεβαιωθεί ότι δημοσιοποιήθηκαν στοιχεία δικογραφίας χωρίς θεσμική κάλυψη ή χωρίς να έχουν απολέσει τον εμπιστευτικό τους χαρακτήρα, τότε ανακύπτει σαφές ζήτημα ποινικής και πειθαρχικής ευθύνης. Η ιδιότητα του υπουργού όχι μόνο δεν παρέχει ασυλία σε τέτοιες ενέργειες, αλλά, αντιθέτως, επιβάλλει αυξημένο καθήκον θεσμικής αυτοσυγκράτησης.
Η υπόθεση φωτίζει για ακόμη μία φορά ένα διαχρονικό πρόβλημα: τη χρήση της δικαιοσύνης ως εργαλείου πολιτικής αντιπαράθεσης.
Όταν όμως αυτή η πρακτική φτάνει στο σημείο να περιλαμβάνει τη δημοσιοποίηση δικογραφιών, το ζήτημα παύει να είναι πολιτικό και μετατρέπεται σε ευθεία δοκιμασία του κράτους δικαίου. Το ερώτημα που ανακύπτει δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη πράξη, αλλά το αν υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά στην εφαρμογή της νομιμότητας — ένα για τους πολίτες και ένα για την εκτελεστική εξουσία.



