27 Σεπτεμβρίου, 2026
Expand search form

Ένα στα δύο νοικοκυριά δαπανά πάνω από €1.414 τον μήνα – Πού πηγαίνουν τα χρήματα

Όλες οι κατηγορίες: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Η νέα Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτει τη μεγάλη πίεση από τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές – Στα €1.820 η μέση μηνιαία δαπάνη

Πάνω από €1.414,60 τον μήνα δαπανά το 50% των ελληνικών νοικοκυριών, σύμφωνα με τη νέα Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.

Το στοιχείο αποτυπώνει με πολύ πιο άμεσο τρόπο από έναν γενικό δείκτη πληθωρισμού την πίεση που δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί. Ένα στα δύο νοικοκυριά χρειάζεται πλέον περισσότερα από €1.414 τον μήνα για τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών που καταγράφει η έρευνα.

Το ποσό δεν αποτελεί εκτίμηση του αναγκαίου εισοδήματος ούτε όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Είναι η πραγματική καταναλωτική δαπάνη που δήλωσαν τα νοικοκυριά. Δεν περιλαμβάνει επίσης αποταμίευση, αποπληρωμή κεφαλαίου δανείων ή άλλες χρηματοοικονομικές κινήσεις που δεν θεωρούνται καταναλωτικές δαπάνες.

Παρά τους αναγκαίους αυτούς διαχωρισμούς, η συνολική εικόνα είναι καθαρή: το κόστος κάλυψης των καθημερινών αναγκών απορροφά πλέον ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

Στα €1.820 η μέση μηνιαία δαπάνη

Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών ανήλθε το 2025 στα €21.842,40, από €20.694,48 το 2024. Σε μηνιαία βάση αντιστοιχεί σε €1.820,20, έναντι €1.724,54 έναν χρόνο νωρίτερα.

Η ονομαστική αύξηση έφθασε το 5,5%, δηλαδή ήταν υψηλότερη από τον μέσο πληθωρισμό του 2025, που διαμορφώθηκε στο 2,59%. Σε σταθερές τιμές, αφαιρώντας την επίδραση του πληθωρισμού, η μέση δαπάνη αυξήθηκε κατά 2,9%.

Η διαφορά ανάμεσα στον μέσο όρο των €1.820 και στο ποσό των €1.414 που υπερβαίνει το 50% των νοικοκυριών έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο μέσος όρος είναι περίπου €406 υψηλότερος, επειδή επηρεάζεται από τα νοικοκυριά με πολύ μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα και κατανάλωση.

Η διάμεση δαπάνη των €1.414,60 περιγράφει καλύτερα το «μεσαίο» ελληνικό νοικοκυριό. Ο μέσος όρος, από μόνος του, δίνει μια πιο εύπορη εικόνα από αυτή που βιώνει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.

Τρόφιμα, σπίτι και μετακινήσεις απορροφούν σχεδόν τα μισά

Τα τρία μεγαλύτερα τμήματα του οικογενειακού προϋπολογισμού είναι:

τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά: 20,4%,

στέγαση: 14,7%,

μεταφορές: 13,6%.

Αθροιστικά, οι τρεις αυτές βασικές κατηγορίες απορροφούν το 48,7% της μέσης καταναλωτικής δαπάνης. Σχεδόν ένα στα δύο ευρώ, δηλαδή, κατευθύνεται σε φαγητό, κατοικία και μετακίνηση, πριν υπολογιστούν υγεία, εκπαίδευση, ένδυση, επικοινωνίες και άλλες ανάγκες.

Η στέγαση παρουσίασε μάλιστα ετήσια αύξηση δαπανών κατά 8,3%, μία από τις μεγαλύτερες μεταξύ όλων των κατηγοριών. Ακόμη υψηλότερη, στο 8,9%, ήταν η αύξηση για διαρκή αγαθά, ενώ οι εκπαιδευτικές δαπάνες ενισχύθηκαν κατά 8,2%.

Το μεγαλύτερο βάρος εξακολουθούν να έχουν τα τρόφιμα. Οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 11,9% για καφέ, τσάι και κακάο, κατά 9,9% για κρέας, κατά 8% για ψάρια και κατά 4,9% για γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά.

Το φτωχότερο 20% δίνει 54,4% μόνο για τροφή και στέγη

Η μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα δεν φαίνεται μόνο στο ύψος των δαπανών, αλλά κυρίως στη σύνθεσή τους.

Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού, τα τρόφιμα και η στέγαση απορροφούν το 54,4% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης. Στο πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 34,5%.

Η απόσταση των σχεδόν 20 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει δύο διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες.

Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν περισσότερο από το μισό του προϋπολογισμού τους για να φάνε και να στεγαστούν. Μένουν έτσι πολύ λιγότερα χρήματα για υγεία, εκπαίδευση, πολιτισμό, τεχνολογία, διακοπές ή αντιμετώπιση μιας έκτακτης ανάγκης.

Τα εύπορα νοικοκυριά, αντίθετα, μπορούν να διαθέσουν μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε επιλογές που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής ή ενισχύουν τις μελλοντικές τους δυνατότητες.

Αυτή είναι η ουσιαστική οικονομική ανισότητα: όχι μόνο ποιος ξοδεύει περισσότερα, αλλά ποιος έχει πραγματική ελευθερία να επιλέξει πού θα κατευθύνει τα χρήματά του.

Το ενοίκιο αλλάζει ολόκληρο τον προϋπολογισμό

Για τα νοικοκυριά που ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία, η στέγαση απορροφά κατά μέσο όρο το 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού. Μόνο το καθαρό ενοίκιο αντιστοιχεί στο 17,3%.

Ο μέσος όρος καλύπτει, ωστόσο, πολύ διαφορετικές περιπτώσεις. Για έναν νέο εργαζόμενο που ζει μόνος του, μια μονογονεϊκή οικογένεια ή ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα σε ακριβή αστική περιοχή, το πραγματικό βάρος μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο.

Επιπλέον, η στεγαστική δαπάνη δεν σταματά στο ενοίκιο. Περιλαμβάνει λογαριασμούς ενέργειας, ύδρευση, κοινόχρηστα, συντήρηση και άλλες λειτουργικές ανάγκες της κατοικίας.

Η αύξηση των ενοικίων και της ενέργειας λειτουργεί έτσι ως διπλή πίεση: ανεβάζει άμεσα το κόστος στέγασης και μειώνει το ποσό που μπορεί να διατεθεί σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες.

Πάνω από €2.700 για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά

Η μέση δαπάνη μεταβάλλεται σημαντικά ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά ηλικίας έως 16 ετών δαπανά κατά μέσο όρο ποσό που αντιστοιχεί στο 149,8% της μέσης μηνιαίας δαπάνης της χώρας. Με βάση τα €1.820,20, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου €2.727 τον μήνα.

Αντίθετα, ένα μονομελές νοικοκυριό με μέλος ηλικίας 65 ετών και άνω δαπανά το 45,6% του μέσου όρου, δηλαδή περίπου €830 τον μήνα.

Η χαμηλότερη δαπάνη των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι ανάγκες τους καλύπτονται επαρκώς. Μπορεί να αντανακλά περιορισμένο εισόδημα και αναγκαστικές περικοπές στην κατανάλωση, ιδιαίτερα στη θέρμανση, στην υγεία και στην ποιότητα της διατροφής.

Για τον ίδιο λόγο, η υψηλότερη δαπάνη μιας οικογένειας με παιδιά δεν αποτελεί ένδειξη ευημερίας. Αντανακλά τις αυξημένες ανάγκες για τροφή, ένδυση, εκπαίδευση, μετακινήσεις και κατοικία.

Ακριβότερη η καθημερινότητα στην Αττική

Οι γεωγραφικές διαφορές είναι επίσης μεγάλες. Η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη καταγράφηκε στην Αττική και έφθασε τα €24.981,36 (περίπου €2.082 τον μήνα).

Τα νοικοκυριά της Αττικής δαπανούν κατά μέσο όρο το 114,4% του εθνικού μέσου όρου. Αντίθετα, στη Στερεά Ελλάδα η μέση ετήσια δαπάνη περιορίζεται στα €16.475,52.

Συνολικά, τα νοικοκυριά στις αστικές περιοχές δαπανούν €1.892,86 τον μήνα, ενώ εκείνα στις αγροτικές περιοχές €1.386,11 — διαφορά 26,8%.

Μέρος αυτής της απόστασης οφείλεται στα υψηλότερα ενοίκια και στο ακριβότερο κόστος υπηρεσιών στις πόλεις. Ένα άλλο μέρος μπορεί να συνδέεται με χαμηλότερα αγροτικά εισοδήματα και περιορισμένη κατανάλωση, επομένως η μικρότερη δαπάνη δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτομάτως ως χαμηλότερο κόστος ζωής ή καλύτερη οικονομική κατάσταση.

Περισσότερες δαπάνες, αλλά ακόμη κάτω από το 2008

Παρά την άνοδο των τελευταίων ετών, η μέση δαπάνη των νοικοκυριών το 2025 παραμένει 12% χαμηλότερη από το 2008 και 4,7% χαμηλότερη από το 2010.

Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, η καταναλωτική δυνατότητα δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση. Τα νοικοκυριά πληρώνουν ακριβότερα βασικά αγαθά και υπηρεσίες, χωρίς να έχουν ανακτήσει πλήρως το εύρος κατανάλωσης που διέθεταν πριν από περίπου δύο δεκαετίες.

Η αύξηση της δαπάνης δεν ταυτίζεται επομένως με αύξηση της ευημερίας. Μπορεί να σημαίνει ότι αγοράζονται περισσότερα αγαθά, αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει ότι τα νοικοκυριά πληρώνουν περισσότερο για τις ίδιες ή και μικρότερες ποσότητες.

Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει, για παράδειγμα, μείωση της κατανάλωσης σε ψάρια κατά 2,6%, σε ψωμί και είδη αρτοποιίας κατά 2,4%, σε λαχανικά κατά 1,6%, καθώς και σε φρούτα και γάλα κατά 1,2%. Δηλαδή, σε ορισμένες περιπτώσεις η χρηματική δαπάνη αυξάνεται, ενώ η πραγματική ποσότητα που καταναλώνεται μειώνεται.

Ο αριθμός που πρέπει να μετρά η οικονομική πολιτική

Το ποσό των €1.414,60 δεν περιγράφει από μόνο του αν ένα νοικοκυριό ζει καλά ή αν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες του. Δίνει, όμως, ένα πολύ χρήσιμο σημείο αναφοράς για την πραγματική οικονομία.

Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση τον ρυθμό ανάπτυξης, την ανεργία ή τον μέσο μισθό. Πρέπει να εξετάζεται και τι απομένει στο νοικοκυριό αφού πληρώσει τα βασικά: τρόφιμα, στέγη, ενέργεια και μεταφορές.

Όταν ένα στα δύο νοικοκυριά δαπανά πάνω από €1.414 τον μήνα και το φτωχότερο 20% κατευθύνει περισσότερο από το μισό του προϋπολογισμού του μόνο σε τροφή και στέγαση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν αυξήθηκαν τα εισοδήματα.

Είναι αν, στο τέλος του μήνα, μένουν χρήματα για μια καλύτερη ζωή, ή απλώς για την επόμενη πληρωμή.

Προηγούμενο Άρθρο

Οι αποκαλύψεις του Φώτη Λεπίδα για τον κ. Πλεύρη και την προσπάθεια εμπορευματοποίησης του Ιατρονομικού Συμβουλίου

Επόμενο Άρθρο

Όταν η στέγη κερδίζει εκλογές: από τη νίκη της Linke στο Βερολίνο στη δύσκολη ώρα της εφαρμογής

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Πληρωμές e-ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ: Πάνω από 1,39 δισ. ευρώ σε 2,7 εκατ. δικαιούχους

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣυνολικά 1.392.004.633,40 ευρώ πρόκειται να καταβληθούν σε 2.712.497 δικαιούχους από τις 21 έως και τις 25 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο […]

Μεταφορές IRIS: Τι ισχύει με πληρωμές μεταξύ φίλων σε ταβέρνες και ποτά – Πότε έρχεται η εφορία

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ ταχεία εξάπλωση της υπηρεσίας IRIS online payments και η δυνατότητα αποστολής χρημάτων απευθείας στον αριθμό κινητού του παραλήπτη έχουν δημιουργήσει νέα […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *