Επιχειρήσεις προμηθευτών έχουν ήδη αποστείλει αυξημένους τιμοκαταλόγους στους πελάτες με ανατιμήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι από 20 έως 30% επικαλούμενες την αναστάτωση που έχει προκληθεί στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης στην περιοχή, τα πρώτα σημάδια των επιπτώσεων εμφανίζονται και στην ελληνική οικονομία.
Αν και μέχρι στιγμής τα προβλήματα παραμένουν περιορισμένα, επιχειρήσεις από διαφορετικούς κλάδους αναφέρουν δυσκολίες στην προμήθεια ορισμένων υλικών και πρώτων υλών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται αρρυθμίες στην παραγωγή, ενώ έχουν εντοπιστεί και ελλείψεις σε συγκεκριμένα υλικά συσκευασίας, γεγονός που δημιουργεί ανησυχία για την ομαλή συνέχιση της παραγωγικής διαδικασίας.
Οι πιέσεις στις τιμές θεωρούνται ήδη ορατές, καθώς η αύξηση του κόστους μεταφοράς και ασφάλισης φορτίων μετακυλίεται σταδιακά στην αγορά. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, ωστόσο η άνοδος του κόστους σε βασικές πρώτες ύλες και υλικά παραγωγής επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον κίνδυνο διάχυσης πληθωριστικών πιέσεων σε πολλούς τομείς της οικονομίας, επηρεάζοντας τόσο το κόστος παραγωγής όσο και τις τελικές τιμές προϊόντων.
Παράλληλα, αυξημένη ανησυχία επικρατεί και στον αγροτικό τομέα, καθώς οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν και την αγορά λιπασμάτων. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών βασικών πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λιπασμάτων, όπως άζωτο, θείο και φώσφορος. Η διαταραχή των θαλάσσιων μεταφορών ή η αύξηση του κόστους τους μπορεί να επηρεάσει την επάρκεια και την τιμή των γεωργικών εφοδίων.
Η αγορά λιπασμάτων θεωρείται ιδιαίτερα ευάλωτη σε διαταραχές εφοδιασμού, καθώς σε αντίθεση με το πετρέλαιο δεν υπάρχουν σημαντικά στρατηγικά αποθέματα. Ακόμη και μικρές μειώσεις στη χρήση λιπασμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε χαμηλότερες αποδόσεις βασικών καλλιεργειών, όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι. Οι επιπτώσεις αυτές συνήθως εμφανίζονται με καθυστέρηση αρκετών μηνών, επηρεάζοντας τελικά την παραγωγή σιτηρών και τις τιμές τροφίμων.
Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα επηρεάζει και τις ελληνικές εξαγωγές, καθώς αυξάνονται τα κόστη μεταφοράς και ασφάλισης φορτίων, ενώ επιμηκύνονται οι χρόνοι παράδοσης. Οι συνθήκες αυτές δυσκολεύουν τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων και περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση ενεργοποίησε εκ νέου το μέτρο του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, επιχειρώντας να περιορίσει φαινόμενα αθέμιτης κερδοφορίας. Σε ΦΕΚ δημοσιεύθηκαν οι υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή του πλαφόν στα καύσιμα και σε συνολικά 63 βασικά αγαθά διατροφής και διαβίωσης. Στη σχετική λίστα εντάχθηκαν δύο νέες κατηγορίες προϊόντων, τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά καθώς και τα είδη γυναικείας υγιεινής, διευρύνοντας το εύρος των προϊόντων που καλύπτονται από το μέτρο.
Το πλαίσιο που καθορίζεται μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπει εντατικούς ελέγχους για τον εντοπισμό φαινομένων αισχροκέρδειας στην αγορά. Οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελιών από τα αρμόδια όργανα της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή.
Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να παρέχουν στοιχεία για αποθέματα, πωλήσεις και τιμολογιακά παραστατικά που τεκμηριώνουν την πολιτική τιμών τους, ώστε να διαπιστώνεται εάν το περιθώριο κέρδους συμμορφώνεται με τα όρια που ορίζει η νομοθεσία. Σε περιπτώσεις παραβάσεων προβλέπονται διοικητικές κυρώσεις και σημαντικά πρόστιμα.



