Μετά τη σιωπή των δύο πρώην Πρωθυπουργών για την Κύπρο, άφωνη έμεινε και η Μαρία Καρυστιανού.
Η γυναίκα που ταυτίστηκε με τη φωνή της δικαιοσύνης και την απαίτηση για αλήθεια, φαίνεται πως πλέον επιλέγει με χειρουργική ακρίβεια τις μάχες της, αφήνοντας το εθνικό ζήτημα της Κύπρου στο περιθώριο της ρητορικής της.
Αυτή η ξαφνική απώλεια φωνής δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το επιστέγασμα μιας τακτικής που θυμίζει περισσότερο επαγγελματία πολιτικό παρά αυθόρμητο σύμβολο κοινωνικού αγώνα.
Η στάση αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει μια ευρύτερη στρατηγική αμφισημίας, η οποία έχει καταγραφεί στο παρελθόν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Η Μαρία Καρυστιανού έχει αποδείξει πως διαθέτει την ικανότητα να πατά ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε εκ διαμέτρου αντίθετα ακροατήρια. Το είδαμε ξεκάθαρα στην περίπτωση της Χίου και του μεταναστευτικού, όπου οι θέσεις της παρέμειναν μετέωρες, αποφεύγοντας να πάρει μια ξεκάθαρη, θαρραλέα θέση που ίσως δυσαρεστούσε μέρος της βάσης της.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και στο ευαίσθητο ζήτημα των αμβλώσεων. Εκεί, η προσπάθεια να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα οι προοδευτικές φωνές και τα συντηρητικά ανακλαστικά κατέληξε σε έναν ιδεολογικό αχταρμά, που πρόδιδε την αγωνία για την πολιτική επιβίωση και τη διατήρηση της δημοφιλίας, παρά την προσήλωση σε σταθερές αξίες. Όταν κάποιος προσπαθεί να είναι τα πάντα για τους πάντες, καταλήγει να μην εκπροσωπεί τίποτα ουσιαστικό, πέρα από την προσωπική του εικόνα.
Η αφωνία για την Κύπρο αποτελεί το τελευταίο κομμάτι αυτού του παζλ. Σε μια στιγμή που η εθνική γραμμή απαιτεί καθαρές κουβέντες, η κ. Καρυστιανού επιλέγει τον ασφαλή δρόμο της σιωπής, ίσως για να μην διαταράξει τις εύθραυστες συμμαχίες που χτίζει στο παρασκήνιο. Η μετάλλαξη από μια τραγική φιγούρα που ζητά δικαίωση σε έναν υπολογιστικό παίκτη της παραπολιτικής σκηνής ολοκληρώνεται. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η κοινωνία, που την πίστεψε, είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να παρακολουθεί αυτό το θέατρο της επιλεκτικής ευαισθησίας.



