Η αναφορά του Αντώνη Σαουλίδη, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του πρώην Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, “Ιθάκη”, στη «μεγάλη Προοδευτική παράταξη», επαναλαμβανόμενη με έμφαση στην ομιλία του, ανοίγει μια συζήτηση που δεν μπορεί να γίνει ούτε με κραυγές ούτε με πολιτική αμνησία. Πρόκειται για έναν όρο με σαφές ιστορικό βάρος, που στην ελληνική πολιτική διαδρομή συνδέθηκε με τη συγκρότηση, την άνοδο και τις κοινωνικές τομές της κεντροαριστεράς, πολύ πριν γίνει αντικείμενο γενικής χρήσης στον δημόσιο λόγο.
Η θετική αναφορά στο βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα ως «λιθαράκι» στον διάλογο είναι θεμιτή και πολιτικά κατανοητή. Ωστόσο, η αποτύπωση της περιόδου που περιγράφεται δεν μπορεί να παρακάμπτει κρίσιμες πτυχές της. Η συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου αποτέλεσε μια επιλογή που άφησε ισχυρό λάθος αποτύπωμα στον προοδευτικό χώρο. Δεν χρειάζεται να καταγγελθεί εκ νέου, αλλά σίγουρα δεν μπορεί και να αποσιωπάται, όταν γίνεται λόγος για αξιακή και πολιτική ανασυγκρότηση.
Η συζήτηση για μια μεγάλη δημοκρατική παράταξη δεν μπορεί να γίνει με όρους προσώπων ή κομματικών περιχαρακώσεων. Ούτε, όμως, μπορεί να γίνει χωρίς καθαρό πολιτικό απολογισμό. Γιατί το πραγματικό διακύβευμα σήμερα δεν είναι ποιος θα οικειοποιηθεί τον όρο, αλλά αν θα υπάρξει κοινό έδαφος, προγραμματικό και πολιτικό, που να απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας και όχι στις εσωτερικές ισορροπίες των κομμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη και της πολιτικής του κυριαρχίας. Όσο ο προοδευτικός χώρος ανακυκλώνει διαιρέσεις, αμφισημίες και μισές κουβέντες για το παρελθόν, τόσο η συντηρητική παράταξη παραμένει χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο. Αυτό δεν είναι θεωρητικό συμπέρασμα, αλλά πολιτικό γεγονός των τελευταίων ετών.
Αν κάτι πρέπει να κρατηθεί από τη συζήτηση που άνοιξε στη Θεσσαλονίκη, είναι η ανάγκη να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Όχι με όρους συμψηφισμού, αλλά με όρους πολιτικής ωριμότητας. Η μεγάλη δημοκρατική παράταξη, αν πρόκειται να υπάρξει ξανά ως πλειοψηφικό ρεύμα, δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη λήθη ούτε στον κατακερματισμό. Χρειάζεται καθαρές κουβέντες, κοινό προσανατολισμό και τη συνείδηση ότι το κόστος της διάσπασης το πληρώνει πάντα η κοινωνία.


