Ενώπιον ανακριτή και εισαγγελέα αναμένεται να οδηγηθεί αύριο ο 57χρονος που συνελήφθη στη Μύκονο, κατηγορούμενος για εκβίαση επιχειρηματία, έπειτα από καταγγελία που οδήγησε σε οργανωμένη αστυνομική επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Αστυνομίας Μυκόνου.
Σύμφωνα με την καταγγελία, ο άνδρας φέρεται να απαίτησε το ποσό των 80.000 ευρώ, προκειμένου να σταματήσει να προχωρά σε αναφορές και καταγγελίες για ζητήματα ηχορύπανσης σε βάρος της επιχείρησης.
Η υπόθεση διερευνήθηκε άμεσα από τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες προχώρησαν σε προσημείωση χρηματικού ποσού ύψους 50.000 ευρώ. Ο 57χρονος συνελήφθη το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής, τη στιγμή που παραλάμβανε τα χρήματα σε προκαθορισμένο ραντεβού.
Σε βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία για εκβίαση, ενώ η εισαγγελική αρχή άσκησε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος.
Οι δύο διαφορετικές εκδοχές για την υπόθεση
Η πλευρά του κατηγορούμενου, μέσω του δικηγορικού γραφείου «Μαρκουλάκος», υποστηρίζει ότι το ποσό που φέρεται να ζήτησε συνδέεται με οικονομική ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη λειτουργία της συγκεκριμένης επιχείρησης, κάνοντας λόγο για διαφυγόντα κέρδη.
Αντίθετα, η πλευρά του επιχειρηματία χαρακτηρίζει την υπόθεση «κλασική περίπτωση εκβίασης». Το δικηγορικό γραφείο «Αγαπηνός», που εκπροσωπεί τον καταγγέλλοντα, υποστηρίζει ότι το αντάλλαγμα που ζητούσε ο 57χρονος ήταν η παύση των καταγγελιών σε βάρος της επιχείρησης.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά από την πλευρά του επιχειρηματία, ο κατηγορούμενος φέρεται να ζητούσε χρήματα ώστε «να μην σηκώνει το τηλέφωνο και να μην πραγματοποιεί καταγγελίες κατά της επιχείρησης».
Καταγγελίες για επαναλαμβανόμενη πρακτική
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της επιχείρησης, το περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο, καθώς φέρεται να είχε προηγηθεί αντίστοιχη συμπεριφορά από τον 57χρονο.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη δικογραφία, οι καταγγελίες σε βάρος της επιχείρησης φέρεται να αυξάνονταν στις περιόδους κατά τις οποίες ζητούνταν χρήματα, προκειμένου –όπως υποστηρίζει η πλευρά του επιχειρηματία– να εντείνεται η πίεση.
Η πλευρά του καταγγέλλοντα επιμένει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμπορική ή άλλη συναλλαγή με τον κατηγορούμενο και ότι δεν υπήρχε κανένα αντάλλαγμα που να δικαιολογεί την απαίτηση χρημάτων.
Όπως υποστηρίζει το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί, πρόκειται για υπόθεση εκβίασης «κατ’ επάγγελμα» σε βαθμό κακουργήματος, γεγονός που –όπως αναφέρει– οδήγησε τόσο τις αστυνομικές αρχές όσο και τον εισαγγελέα να την αντιμετωπίσουν με την αντίστοιχη ποινική βαρύτητα.


