Νέα δεδομένα στην υπόθεση των παρακολουθήσεων φέρνει η τοποθέτηση του Ταλ Ντίλιαν στο Reuters, με τον ίδιο να απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο προσωπικής ευθύνης και να μεταθέτει το βάρος στους τελικούς χρήστες του λογισμικού. «Δεν θα γίνω ο αποδιοπομπαίος τράγος», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι το Predator «παρέχεται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και Αρχές ασφάλειας, οι οποίες καθορίζουν και τους στόχους».
Η δήλωση αυτή επαναφέρει με ένταση το κρίσιμο ερώτημα της πολιτικής ευθύνης στην Ελλάδα, όπου η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ανοιχτή πληγή για το κράτος δικαίου. Το επιχείρημα ότι οι εταιρείες απλώς «προμηθεύουν» και δεν εμπλέκονται στη χρήση καταρρέει πολιτικά όταν ο ίδιος ο κατασκευαστής δείχνει προς τις κρατικές δομές ως αποκλειστικούς διαχειριστές του εργαλείου.
Παρά το νέο στοιχείο, από το Μέγαρο Μαξίμου δεν καταγράφεται καμία άμεση αντίδραση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει τοποθετηθεί δημοσίως, ενώ σιωπηλοί παραμένουν και οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι, όπως ο Παύλος Μαρινάκης, την ώρα που η πολιτική πίεση κλιμακώνεται. Αντίστοιχη απουσία σχολίου και από στελέχη που έχουν εμπλακεί στη δημόσια συζήτηση, όπως η Αλεξάνδρα Σδούκου.
Η εξέλιξη ενισχύει το αφήγημα όσων από την πρώτη στιγμή μιλούσαν για συστηματική συγκάλυψη και θεσμική εκτροπή. Η υπόθεση Predator, που συνδέθηκε με παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, αποκτά εκ νέου διεθνή διάσταση, με τις δηλώσεις Ντίλιαν να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής πίεσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η απουσία απαντήσεων από την κυβέρνηση δεν εκλαμβάνεται πλέον ως τακτική αναμονής, αλλά ως ένδειξη πολιτικής αμηχανίας. Το «πουλόβερ» της υπόθεσης φαίνεται να ξηλώνεται σταδιακά, με κάθε νέα αποκάλυψη να ενισχύει την αίσθηση ότι η πλήρης αλήθεια παραμένει ακόμη θαμμένη πίσω από ένα πλέγμα ευθυνών που κανείς δεν αναλαμβάνει δημόσια.



