Η δημόσια παρέμβαση του γνωστού Συνταγματολόγου Ευάγγελου Βενιζέλου μέσω της «Καθημερινής» δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα συμβολή στον δημόσιο διάλογο, αλλά μια μετωπική σύγκρουση με τον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής.
Ο κορυφαίος συνταγματολόγος εξαπέλυσε μια σφοδρή επίθεση κατά των χειρισμών του Μεγάρου Μαξίμου και προσωπικά του Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, αναδεικνύοντας μια σειρά από νομικές αντιφάσεις που θέτουν την κυβέρνηση προ των ευθυνών της. Το κεντρικό μήνυμα είναι σαφές: το Σύνταγμα δεν είναι ένα εύκαμπτο εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε πλειοψηφίας, αλλά ο θώρακας της Δημοκρατίας, τον οποίο η παρούσα κυβέρνηση επιχειρεί να εργαλειοποιήσει με όρους πολιτικού τυχοδιωκτισμού.
Το πρώτο και ίσως πιο καίριο πλήγμα του κ. Βενιζέλου εστιάζει στη νομική «ακροβασία» που πρότεινε ο κ. Γεραπετρίτης σχετικά με τη δέσμευση της παρούσας Βουλής. Η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να κάμψει τις αντιστάσεις της αντιπολίτευσης, υποσχέθηκε μια μορφή δέσμευσης ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των άρθρων, εφόσον αυτά ψηφιστούν τώρα με την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος αποδομεί πλήρως αυτή την πρόταση, χαρακτηρίζοντάς την «αποστομωτική» με την έννοια του παραλογισμού. Υπενθυμίζει με εμφατικό τρόπο ότι το 2019, οι κύριοι Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης υποστήριζαν το ακριβώς αντίθετο: ότι η πρώτη Βουλή δεν μπορεί και δεν πρέπει να δεσμεύει την επόμενη, την αναθεωρητική Βουλή, καθώς η μεσολάβηση των εκλογών ανανεώνει τη λαϊκή εντολή και δίνει το δικαίωμα στην νέα πλειοψηφία να καθορίσει το περιεχόμενο των διατάξεων κατά το δοκούν.
Η νομική επιχειρηματολογία του κ. Βενιζέλου βασίζεται στην ιστορική ερμηνεία που έδωσε ήδη από το 1911 ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Σύμφωνα με αυτήν, η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης, αλλά η δεύτερη είναι εκείνη που «συντελεί» το έργο και διαμορφώνει το κείμενο. Με την υπενθύμιση των πρακτικών του 2019, ο συνταγματολόγος εκθέτει την κυβέρνηση σε μια κραυγαλέα αντίφαση: τότε η ΝΔ χρησιμοποίησε την ελευθερία της αναθεωρητικής Βουλής για να αλλάξει τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, αγνοώντας τις κατευθύνσεις της προηγούμενης πλειοψηφίας. Σήμερα, επιχειρεί να «πουλήσει» στην αντιπολίτευση μια δέσμευση που η ίδια έχει χαρακτηρίσει νομικά ανύπαρκτη, με μοναδική εγγύηση την… πιθανότητα δικής της αυτοδυναμίας στις επόμενες εκλογές. Αυτή η «θεσμική γενναιοδωρία», όπως τη χαρακτηρίζει ειρωνικά ο κ. Βενιζέλος, αποτελεί στην πραγματικότητα μια προσπάθεια υφαρπαγής συναίνεσης.
Ιδιαίτερη ένταση προσλαμβάνει η κριτική του για το άρθρο 86, που αφορά την ποινική ευθύνη των υπουργών. Εδώ ο κ. Βενιζέλος δεν περιορίζεται στη θεωρία, αλλά συνδέει τη συνταγματική τάξη με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα των Τεμπών και των υποκλοπών. Κατηγορεί την κυβέρνηση ότι ενώ αναθεώρησε το συγκεκριμένο άρθρο το 2019, το «ευτέλισε» στην πράξη, λειτουργώντας ως «στρουθοκάμηλος» που κρύβει το κεφάλι της στην άμμο μπροστά στις ποινικές διερευνήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Η νομική του θέση είναι ότι η αναθεώρηση του άρθρου 86 έχει καταστεί πλέον αναγκαία όχι ως μια αφηρημένη βελτίωση, αλλά ως μια πράξη «καταστολής της αλαζονείας» μιας εξουσίας που αισθάνεται ανέλεγκτη.
Παράλληλα, ο κ. Βενιζέλος αναδεικνύει το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, συνδέοντάς το με την πτωτική πορεία της κοινωνικής αξιοπιστίας των θεσμών. Επισημαίνει ότι η κυβέρνηση, παρότι θέσπισε τη συμμετοχή των ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων στη διαδικασία επιλογής, την αγνόησε προκλητικά στην πράξη. Αυτή η δυσαρμονία μεταξύ νομοθετημένης διαδικασίας και πολιτικής πράξης τροφοδοτεί τη δυσπιστία των πολιτών, ειδικά όταν συμπίπτει με τον δικαστικό χειρισμό υποθέσεων που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη. Για τον Βενιζέλο, η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αποτελεί προκάλυμμα για μια «κακή πρακτική» που διαβρώνει το κράτος δικαίου.
Κλείνοντας την ανάλυσή του, ο Ευάγγελος Βενιζέλος εισάγει την έννοια του «επαυξημένου Συντάγματος», υπενθυμίζοντας στο Μαξίμου ότι η Ελλάδα δεν είναι ένα νομικά απομονωμένο νησί. Οι θεμελιώδεις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και τα δικαιώματα των πολιτών τελούν υπό την κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο. Με αυτόν τον τρόπο, προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε προσπάθεια υποβάθμισης των συνταγματικών εγγυήσεων μέσω εγχώριων πολιτικών ελιγμών θα προσκρούσει αργά ή γρήγορα στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό. Η παρέμβασή του είναι ένα κάλεσμα σε «συνταγματικό πατριωτισμό», απέναντι σε μια αναθεωρητική διαδικασία που, όπως υποστηρίζει, στερείται των αναγκαίων πολιτικών προϋποθέσεων και ειλικρίνειας.
Θα θέλατε να ετοιμάσω μια σύγκριση των προτάσεων των δύο πλευρών για το άρθρο 16 περί ιδιωτικών πανεπιστημίων, το οποίο αναμένεται να αποτελέσει το επόμενο μεγάλο πεδίο σύγκρουσης;



