Υπάρχουν στιγμές που ο δημόσιος λόγος ξεπερνά κάθε λογοτεχνική υπερβολή. Στιγμές που ένας βουλευτής, με απόλυτη σοβαρότητα και μπροστά στις κάμερες της Βουλής, εκστομίζει κάτι τόσο παράλογο, που θα το απέρριπτε ακόμη και ο πιο επιεικής σεναριογράφος πολιτικής σάτιρας.
Η δήλωση του βουλευτή Πιερίας της Νέας Δημοκρατίας, Σπύρου Κουλκουδίνα, για τις τιμές της βενζίνης και την κίνηση στη λεωφόρο Συγγρού, ανήκει επάξια σε αυτή την κατηγορία. Διότι, σύμφωνα με τη λογική του, η κίνηση στους δρόμους αποδεικνύει ότι οι Έλληνες αντέχουν τις αυξήσεις στα καύσιμα — και αν οι δρόμοι ήταν άδειοι, τότε ίσως να είχαμε κάποια… ένδειξη ότι δεν αντέχουμε.
Το «επιχείρημα» του βουλευτή: Δείκτες, Συγγρού και… ανθεκτικότητα
Μιλώντας στο κανάλι της Βουλής, ο κ. Κουλκουδίνας ανέπτυξε τη δική του, πρωτότυπη μεθοδολογία μέτρησης της οικονομικής αντοχής των νοικοκυριών. «Γεμάτη η λεωφόρος Συγγρού», είπε, για να συμπληρώσει: «Η κίνηση στους δρόμους είναι ένας δείκτης. Υπάρχει κανένας δείκτης που να δείχνει επειδή η τιμή στην βενζίνη αυξήθηκε, μειώθηκε η κίνηση; Κανένας δείκτης». Με άλλα λόγια, εφόσον τα αυτοκίνητα εξακολουθούν να κυκλοφορούν, τότε —κατά τον βουλευτή— δεν τίθεται θέμα αδυναμίας πληρωμής των καυσίμων. Η σκέψη είναι τόσο τετριμμένη που αγγίζει τα όρια της αυτοπαρωδίας: η παρουσία αυτοκινήτων στον δρόμο ερμηνεύεται ως απόδειξη ευημερίας, αγνοώντας επιδεικτικά ότι η μετακίνηση στην εργασία δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη, και ότι η έλλειψη εναλλακτικών —όχι η αφθονία χρήματος— είναι αυτή που γεμίζει τους δρόμους.
«Όταν δεν το αντέχεις, παίρνεις τα ΜΜΜ»: Η επόμενη «λογική» πινελιά
Και επειδή η μία παγίδα δεν ήταν αρκετή, ο βουλευτής πρόσθεσε και δεύτερη. «Τα μέσα μαζικής μεταφοράς τα οποία έχουν εκσυγχρονιστεί πολύ τα τελευταία χρόνια δεν έχει αυξηθεί η κίνησή τους», ανέφερε, για να καταλήξει στο αμίμητο: «Όταν κάποιος δεν το αντέχει θα χρησιμοποιεί μέσα μεταφοράς ξέρετε. Αν δεν το αντέχεις να δώσεις 10 ευρώ βενζίνη για να πας και να έρθεις στην δουλειά σου. Δεν χρησιμοποιούν». Δηλαδή, κατά τον κ. Κουλκουδίνα, η μη αύξηση της επιβατικής κίνησης στα ΜΜΜ αποτελεί απόδειξη ότι οι πολίτες δεν έχουν πρόβλημα να πληρώσουν το αυτοκίνητό τους — όχι απόδειξη ότι τα ΜΜΜ είναι ανεπαρκή, υπερφορτωμένα, αναξιόπιστα ή απλώς ακατάλληλα για συγκεκριμένες μετακινήσεις. Το συμπέρασμα, σύμφωνα με τον βουλευτή, είναι ένα: «Προς το παρόν δείχνει να υπάρχει ανθεκτικότητα».
Το «κλαμπ» της αποσύνδεσης: Από τον Μητσοτάκη στον Γεωργιάδη
Ο κ. Κουλκουδίνας δεν πρωτοτυπεί. Εντάσσεται σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο «κλαμπ» κυβερνητικών στελεχών που αδυνατούν να συλλάβουν την καθημερινότητα του μέσου πολίτη. Το ίδιο «κλαμπ» στο οποίο ανήκει ο Άδωνις Γεωργιάδης, με τις δηλώσεις περί «μίζερων» και «μιρλών» που γκρινιάζουν ενώ «έχουμε ήλιο και θάλασσα». Και το ίδιο «κλαμπ» όπου ανήκει —ιστορικά— και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος στην κορύφωση της πανδημίας, όταν οι διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ πέθαιναν, δήλωνε: «Έχουμε ενδείξεις ότι έχουμε μεγαλύτερη θνησιμότητα σε αυτούς τους ασθενείς που είναι διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ σε σχέση με αυτούς οι οποίοι είναι εντός ΜΕΘ; Δεν έχω τέτοια ένδειξη». Η ίδια ακριβώς λογική: απουσία «δείκτη» σημαίνει απουσία προβλήματος. Και αν ο δείκτης δεν υπάρχει, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.
Η «αριστεία» των δεικτών και η πραγματικότητα των πολιτών
Υπάρχει, βέβαια, μια ειρωνεία στην επίκληση της «τεκμηρίωσης» και των «δεικτών» από μια κυβέρνηση που συστηματικά απαξιώνει κάθε στοιχείο που δεν επιβεβαιώνει την αφήγησή της. Οι πολίτες μπορεί να δηλώνουν ότι στεγνώνουν από χρήματα στα μέσα του μήνα — αλλά η Συγγρού δείχνει άλλα πράγματα. Οι εργαζόμενοι μπορεί να κόβουν από τα τρόφιμα για να βάλουν βενζίνη — αλλά αφού κυκλοφορούν, πάει να πει ότι αντέχουν. Οι συνταξιούχοι μπορεί να μην βγαίνουν — αλλά αφού δεν πήραν τον γάιδαρο, σημαίνει ότι έχουν αυτοκίνητο. Η λογική αυτή δεν είναι απλώς παράλογη· είναι βαθιά προσβλητική. Προσβάλλει τη νοημοσύνη, την αξιοπρέπεια και την καθημερινή πάλη εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν έχουν την πολυτέλεια να «μην αντέχουν» — διότι αν δεν αντέξουν, δεν θα πάνε στη δουλειά τους.
Το ερώτημα που μένει αναπάντητο
Ο βουλευτής Πιερίας ολοκλήρωσε τη σκέψη του με μια φράση που θα μπορούσε να είναι το σλόγκαν της εποχής: «Δεν είναι καμία δικαιολογία αυτό, λέω τι συμβαίνει την πραγματικότητα». Η «πραγματικότητα» κατά τον κ. Κουλκουδίνα είναι τα αυτοκίνητα στη Συγγρού. Η πραγματικότητα για τον υπόλοιπο πληθυσμό είναι κάτι πολύ διαφορετικό: τιμές καυσίμων που αγγίζουν τα 2,5 ευρώ το λίτρο, μισθοί που δεν φτάνουν, και ένα κράτος που αντί να στηρίξει, μετράει την κίνηση στους δρόμους για να αποφανθεί αν… αντέχουμε. Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι απλό: πόσο ακόμη μπορεί μια κυβέρνηση να αγνοεί την πραγματικότητα των πολιτών της, επικαλούμενη δείκτες που δεν υπάρχουν — ή που υπάρχουν μόνο στο μυαλό των «επιτελικών» της;



