8 Ιουλίου, 2026
Expand search form

Τις ισορροπίες στο ΝΑΤΟ αλλάζει ο Τραμπ με τη στήριξη στον Ερντογάν

Όλες οι κατηγορίες: ΚΟΣΜΟΣ
Κοινοποιήστε

Η 36η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που φιλοξενήθηκε στην τουρκική πρωτεύουσα, εξελίσσεται σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και φορτισμένα πολιτικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας της Συμμαχίας.

Ο πρόεδρος της Αμερικής Ντόναλντ Τραμπ, με μια σειρά από προκλητικές δηλώσεις και κινήσεις που συνδυάζουν τη διπλωματική απειρία με τη σκόπιμη πολιτική πρόκληση, έχει καταφέρει να θέσει υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές ισορροπίες εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την προσωπική του αντίληψη περί διεθνών σχέσεων, όπου η προσωπική χημεία και οι διμερείς σχέσεις υπερισχύουν των θεσμικών δεσμεύσεων και των συλλογικών αποφάσεων.

Το ζήτημα των κυρώσεων CAATSA και η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35

Ο πυρήνας της ατζέντας της Συνόδου, τουλάχιστον όσον αφορά τις διμερείς σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας, περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα των κυρώσεων CAATSA που έχουν επιβληθεί στην Τουρκία από το 2020, καθώς και τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35.

Ο νόμος CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), που ψηφίστηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο το 2017 επί προεδρίας του ίδιου του Τραμπ, θεσπίστηκε με πρωταρχικό στόχο τον περιορισμό των στρατιωτικών πωλήσεων της Ρωσίας, του Ιράν και της Βόρειας Κορέας, υποχρεώνοντας την αμερικανική κυβέρνηση να επιβάλλει κυρώσεις σε οντότητες που εμπλέκονται σε σημαντικές συναλλαγές με τους αμυντικούς τομείς αυτών των χωρών.

Η Τουρκία κατέστη ο πρώτος σύμμαχος του ΝΑΤΟ που υπέστη κυρώσεις βάσει αυτού του νομικού πλαισίου, εξαιτίας της απόφασής της να προχωρήσει στην αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, μια κίνηση που η Ουάσινγκτον εκτιμά ότι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των μαχητικών F-35 και του συστήματος εντοπισμού στόχων τους.

Οι κυρώσεις στόχευσαν ειδικά την Υπηρεσία Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας (SSB), τον κρατικό φορέα που είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων, και συμπεριέλαβαν περιορισμούς στις άδειες εξαγωγής αμερικανικού αμυντικού υλικού, καθώς και κυρώσεις κατά ανώτερων αξιωματούχων της SSB.

Στη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Ταγίπ Ερντογάν στο προεδρικό συγκρότημα του Beştepe, ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε τη δέσμευσή του για εξέταση του ενδεχομένου άρσης των κυρώσεων, υποστηρίζοντας με νόημα ότι “δεν επιβάλλουμε κυρώσεις σε φίλους”.

Η τοποθέτηση αυτή, ωστόσο, απείχε σημαντικά από τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί στην Άγκυρα για μια πιο συγκεκριμένη και δεσμευτική δήλωση που θα άνοιγε τον δρόμο για την οριστική επίλυση του ζητήματος.

Ο Τραμπ, ενώ αναφέρθηκε στη “πολύ καλή σχέση” του με τον Τούρκο πρόεδρο και χαρακτήρισε την Τουρκία “πιο πιστό σύμμαχο από άλλες χώρες” που θα έπρεπε να αναμένονταν πιο πιστές, απέφυγε επιμελώς να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες σχετικά με τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο σκοπεύει να υπερβεί τα σοβαρά θεσμικά και νομικά εμπόδια που παρουσιάζει η υφιστάμενη νομοθεσία.

Ο νόμος CAATSA προβλέπει μεν τη δυνατότητα του προέδρου να τερματίσει τις κυρώσεις υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση διαπιστώσει πως το τιμωρηθέν μέρος έχει παύσει οριστικά τη δραστηριότητα που τις προκάλεσε, έχει λάβει σημαντικά και επαληθεύσιμα μέτρα για τον τερματισμό της και έχει παράσχει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εμπλακεί ξανά σε παρόμοιες ενέργειες στο μέλλον. Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, υπόκειται σε αυστηρό κοινοβουλευτικό έλεγχο, καθώς το Άρθρο 216 του νόμου απαιτεί από την κυβέρνηση να ενημερώσει το Κογκρέσο πριν από την άρση των κυρώσεων, παρέχοντας στους νομοθέτες τη δυνατότητα να αντιταχθούν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Πέραν του CAATSA, υφίσταται και ειδική διάταξη στον Νόμο περί Εξουσιοδότησης της Εθνικής Άμυνας (NDAA) του 2021, η οποία αφορά αποκλειστικά το ζήτημα των τουρκικών S-400 και απαιτεί από την αμερικανική κυβέρνηση να πιστοποιήσει ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πλέον το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα, ότι αυτό δεν λειτουργεί ούτε συντηρείται από ρωσικό προσωπικό και ότι η Άγκυρα δεν θα επιδιώξει να το αποκτήσει εκ νέου στο μέλλον. Ο Τραμπ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, έδειξε να αγνοεί παντελώς την φόρμουλα που έχει συζητηθεί για ενδεχόμενη μεταφορά των S400 σε τρίτη χώρα, γεγονός που υποδηλώνει είτε έλλειψη ενημέρωσης είτε σκόπιμη αποφυγή δημόσιας τοποθέτησης επί ενός εξαιρετικά ευαίσθητου θέματος.

Η παρέμβαση Νετανιάχου και ο περιφερειακός ανταγωνισμός

Η δήλωση του Τραμπ προκάλεσε την άμεση και έντονη αντίδραση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος, σε συνέντευξή του σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο, προειδοποίησε ότι η πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία θα ανατρέψει τις ισορροπίες ισχύος στην ήδη τεταμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ο Νετανιάχου χαρακτήρισε την Τουρκία ως χώρα που “στρέφεται εναντίον του Ισραήλ”, “απειλεί σύμμαχο χώρα, την Ελλάδα” και εξακολουθεί “να κατέχει έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας”, ενώ δεν δίστασε να παρομοιάσει την Τουρκία με τη Βόρεια Κορέα, μια σύγκριση που αντανακλά το βάθος της επιδείνωσης των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων τα τελευταία χρόνια.

Η παρέμβαση αυτή αναδεικνύει τις πολυεπίπεδες γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αμερικανική διοίκηση στην προσπάθειά της να εξισορροπήσει τις ανάγκες της Συμμαχίας με τις περιφερειακές ευαισθησίες και τα συμφέροντα διαφορετικών συμμάχων. Το Ισραήλ, ως χώρα που έχει ήδη ενσωματώσει τα F-35 στον στόλο της και βασίζεται στην αεροπορική υπεροχή για την ασφάλειά του, βλέπει με ιδιαίτερη ανησυχία οποιαδήποτε κίνηση που θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική στρατιωτική ισχύ, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της επιδείνωσης των σχέσεων των δύο χωρών και των αντικρουόμενων συμφερόντων τους σε ζητήματα όπως η Συρία, η Λιβύη και η Ανατολική Μεσόγειος.

Η πολιτική διάσταση της στήριξης Τραμπ προς Ερντογάν

Πέραν του συγκεκριμένου ζητήματος των εξοπλισμών, ο Ντόναλντ Τραμπ φρόντισε να παράσχει στον Ταγίπ Ερντογάν μια ισχυρή πολιτική στήριξη, εξυμνώντας το έργο του και τη στάση της Τουρκίας σε μια σειρά από περιφερειακές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στην Ουκρανία, της Συρίας, της Μέσης Ανατολής και του Ιράν. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η δήλωσή του, την οποία επανέλαβε για δεύτερη φορά, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία ήταν έτοιμη να εμπλακεί υπέρ του Ιράν μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, μιας κίνησης που, όπως υποστήριξε, αποφεύχθηκε μόνο χάρη στην καλή προσωπική σχέση που διατηρεί με τον Τούρκο πρόεδρο.

Η τοποθέτηση αυτή, πέραν της προφανούς πολιτικής υπερβολής, καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως ένα πεδίο προσωπικών συναλλαγών και σχέσεων εμπιστοσύνης, όπου η χημεία μεταξύ των ηγετών μπορεί να υπερβεί ή ακόμη και να αναιρέσει θεσμικές δεσμεύσεις και επίσημες πολιτικές. Η στάση αυτή ενισχύει την προσπάθεια του Ερντογάν να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο για την Τουρκία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά και να ασκήσει πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους για την αποδοχή άνευ όρων της τουρκικής συμμετοχής στις ευρωπαϊκές αμυντικές δομές.

Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι υπό το βάρος των αμερικανικών πιέσεων

Η Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας βρίσκει τους Ευρωπαίους συμμάχους και τον Καναδά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες των αμερικανικών πολιτικών επιλογών, οι οποίες θέτουν υπό αμφισβήτηση βασικές αρχές της Συμμαχίας, όπως η αλληλεγγύη και ο σεβασμός στην κυριαρχία των κρατών-μελών. Η χθεσινή επίθεση του Τραμπ, παρουσία του Ερντογάν, εναντίον της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας για τη μη συμμετοχή τους στον πόλεμο κατά του Ιράν, προκάλεσε νέο ρήγμα στις σχέσεις των δύο πλευρών του Ατλαντικού, παρά την προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να μετριάσει τις εντυπώσεις υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν ανάγκη από βοήθεια, αλλά απλώς ήθελε να “τεστάρει” τους συμμάχους τους.

Η επαναφορά του ζητήματος της Γροιλανδίας, με τον Τραμπ να υποστηρίζει ότι το νησί δεν θα έπρεπε να ανήκει στη Δανία αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, και να αφήνει να εννοηθεί ότι σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε να αποσύρει αμερικανικές δυνάμεις από την Ευρώπη, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Δανής πρωθυπουργού, η οποία κάλεσε το ΝΑΤΟ να επαναβεβαιώσει την προσήλωσή του στον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών-μελών. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αμφισβήτησης των παραδοσιακών ευρωπαϊκών δομών ασφαλείας και προκαλεί ανησυχία για το μέλλον της διατλαντικής συμμαχίας.

Η πρόκληση της ενίσχυσης της Ουκρανίας και η ρωσική απειλή

Παρά τις εντάσεις και τις διαφωνίες που κυριαρχούν στην ατζέντα της Συνόδου, το ζήτημα της Ουκρανίας παραμένει στο επίκεντρο των συζητήσεων, με τους συμμάχους να αναμένεται να ανακοινώσουν νέες δεσμεύσεις οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης προς το Κίεβο. Οι ασαφείς δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου σχετικά με τις συνομιλίες του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, όπου υποστήριξε ότι τόσο ο Ρώσος πρόεδρος όσο και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιθυμούν την ειρήνη και ότι ενδέχεται να βρίσκεται κοντά η επίτευξη συμφωνίας, δημιουργούν πρόσθετες ανησυχίες για την ενότητα της Συμμαχίας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα.

Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι επιχειρούν να κλείσουν το ρήγμα που έχουν προκαλέσει οι επιλογές του Τραμπ, παρουσιάζοντας ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξοπλισμών που θα αποδεικνύει την πρόθεσή τους να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο του βάρους της ευρωπαϊκής άμυνας, αν και αρκετές χώρες, με πρώτη την Ισπανία, αρνούνται να συμμορφωθούν με την απόφαση της Συνόδου της Χάγης για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Η αντίσταση αυτή αναδεικνύει τις βαθιές διαφωνίες που υφίστανται εντός της Συμμαχίας σχετικά με την κατανομή των βαρών και τις προτεραιότητες των αμυντικών πολιτικών.

Η σημασία της άρσης των κυρώσεων για την τουρκική αμυντική βιομηχανία

Για την Τουρκία, το ζήτημα της άρσης των κυρώσεων CAATSA υπερβαίνει κατά πολύ το συγκεκριμένο ζήτημα των F-35 και αφορά τη συνολική προοπτική των αμυντικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την πρόσβαση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας σε αμερικανική τεχνολογία και εξαρτήματα. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, η οποία έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο την τελευταία δεκαετία, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αμερικανικές εξαγωγές για την υλοποίηση κρίσιμων προγραμμάτων, όπως το μαχητικό αεροσκάφος KAAN, τα προγράμματα ελικοπτέρων, πυραύλων και άλλων οπλικών συστημάτων.

Η άρση των κυρώσεων θα επιτρέψει την επανεκκίνηση της αμυντικής συνεργασίας σε πολλαπλά επίπεδα, θα άρει τους περιορισμούς στις άδειες εξαγωγής αμερικανικού αμυντικού υλικού και θα αποκαταστήσει την πρόσβαση της Τουρκίας σε κρίσιμες τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη των εγχώριων αμυντικών προγραμμάτων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει και το Al-Monitor, ακόμη και η άρση των κυρώσεων CAATSA δεν συνεπάγεται αυτομάτως την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, καθώς η τελική πολιτική απόφαση ανήκει στο Κογκρέσο, όπου μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπάρχει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις με τη Ρωσία.

Οι νέες διαχωριστικές γραμμές και το μέλλον της Συμμαχίας

Καθώς η Σύνοδος Κορυφής οδεύει προς την ολοκλήρωσή της, οι 31 ηγέτες του ΝΑΤΟ καλούνται να γεφυρώσουν τις νέες διαχωριστικές γραμμές που θέτει ο Ντόναλντ Τραμπ και να δώσουν μια εικόνα ενότητας της Συμμαχίας, παρά τις βαθιές διαφωνίες και τις αντικρουόμενες προτεραιότητες που έχουν αναδειχθεί κατά τη διάρκεια των εργασιών. Το βαρύ κλίμα που έχει δημιουργηθεί, με τις αμερικανικές προκλήσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις να κυμαίνονται μεταξύ της δημόσιας αντίδρασης και της προσπάθειας διατήρησης των προσχημάτων, αναδεικνύει την κρίση εμπιστοσύνης που πλήττει τον πυρήνα της διατλαντικής σχέσης.

Οι εξελίξεις αυτές θέτουν σε αμφισβήτηση το ίδιο το μέλλον της Συμμαχίας, καθώς η ρητορική του Τραμπ περί μεταφοράς του βάρους της ευρωπαϊκής άμυνας στα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση εδαφικών κυριαρχιών και την ανοικτή προτίμηση σε προσωπικές σχέσεις έναντι των θεσμικών δεσμεύσεων, δημιουργεί ένα νέο τοπίο όπου οι παραδοσιακοί συσχετισμοί εντός της Συμμαχίας τίθενται υπό σημαντική δοκιμασία. Οι επόμενες ώρες θα είναι κρίσιμες για τον καθορισμό της κατεύθυνσης που θα λάβει το ΝΑΤΟ σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές προκλήσεις πολλαπλασιάζονται και οι εσωτερικές αντιθέσεις φαίνεται να βαθαίνουν, με τις πιθανές επιπτώσεις να εκτείνονται πολύ πέραν των συνόρων της Συμμαχίας.

Προηγούμενο Άρθρο

Ελβετία – Κολομβία 0-0 (4-3 πεν.), Μουντιάλ 2026: Η μπίλια έκατσε… στο κόκκινο και οι Ελβετοί θα αντιμετωπίσουν την Αργεντινή στα προημιτελικά

Επόμενο Άρθρο

Άνοιξε την κούρσα για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ο Πολάκης: Εκ του συστάδην μάχη στην Κεντρική Επιτροπή, τα 3 «κλειδιά»

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Ευρωπαίοι υπουργοί συνεδριάζουν μετά το τελεσίγραφο στη Ρωσία για εκεχειρία 30 ημερών

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΟι υπουργοί Εξωτερικών πολλών ευρωπαϊκών χωρών θα συναντηθούν σήμερα στο Λονδίνο για «κεφαλαιώδους σημασίας» συζητήσεις για την Ουκρανία, δύο ημέρες […]

Ισχυρή προειδοποίηση από το ΔΝΤ για τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΤο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δήλωσε ότι η τελευταία κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου ενέχει τον κίνδυνο να επιβαρύνει την Κίνα και τις ΗΠΑ με απώλειες που θα […]

Απάντηση έδωσε η Τεχεράνη στην Αμερικάνικη πρόταση για τον τερματισμό του Πολέμου

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ απάντηση του Ιράν στην αμερικανική πρόταση για τον τερματισμό του πολέμου έχει σταλεί στο Πακιστάν, που ενεργεί ως μεσολαβητής στη σύγκρουση, όπως […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *