Ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε τέσσερις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των ανατιμήσεων στα καύσιμα – Στο επίκεντρο η μείωση του ΕΦΚ, οι έλεγχοι στην αγορά και η επιστροφή του «πληθωριστικού μερίσματος».
Σε συγκεκριμένο πακέτο τεσσάρων μέτρων για την αντιμετώπιση του νέου κύματος ανατιμήσεων στα καύσιμα προχώρησε το ΠΑΣΟΚ, επιχειρώντας να μεταφέρει την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση από τη γενική κριτική στην παρουσίαση άμεσα εφαρμόσιμων παρεμβάσεων.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης πρότεινε τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα κίνησης και στο πετρέλαιο θέρμανσης, τη δημιουργία μηχανισμού επιστροφής στους καταναλωτές των πρόσθετων εσόδων ΦΠΑ, συστηματικούς ελέγχους των περιθωρίων κέρδους σε όλη την αλυσίδα και μόνιμη φορολόγηση των υπερκερδών των ολιγοπωλίων.
Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η αύξηση των καυσίμων δεν περιορίζεται στην αντλία. Περνά σταδιακά στο κόστος μεταφοράς, στη βιομηχανία, στην αγροτική παραγωγή, στις επιχειρήσεις και τελικά στις τιμές των προϊόντων. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα οριζόντιο κύμα κόστους που επηρεάζει διαφορετικά σχεδόν κάθε νοικοκυριό.
Πώς αυξάνονται τα κρατικά έσοδα
Ο ΦΠΑ στα καύσιμα υπολογίζεται ποσοστιαία επί της τελικής φορολογητέας αξίας. Όσο αυξάνεται η διεθνής τιμή και ανεβαίνει η τιμή στην αντλία, αυξάνεται σε απόλυτο ποσό και η είσπραξη ΦΠΑ ανά λίτρο, ακόμη κι αν ο φορολογικός συντελεστής παραμένει αμετάβλητος.
Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι αυτά τα πρόσθετα έσοδα δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μόνιμο δημοσιονομικό όφελος για το κράτος, αλλά να επιστρέφουν στους πολίτες. Ο Νίκος Ανδρουλάκης επικαλέστηκε το ιταλικό παράδειγμα, σύμφωνα με το οποίο τα αυξημένα έσοδα ΦΠΑ που συνδέονται με την άνοδο του πετρελαίου μπορούν να χρησιμοποιούνται για προσωρινή μείωση του ΕΦΚ.
Πρακτικά, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να λειτουργεί αυτόματα: όταν τα πραγματικά έσοδα ΦΠΑ υπερβαίνουν έναν προκαθορισμένο στόχο λόγω της ανόδου των τιμών, η διαφορά θα χρηματοδοτεί μια προσωρινή ελάφρυνση στην αντλία ή στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Έτσι, το κράτος δεν θα επιδοτεί συνολικά την κατανάλωση από τον προϋπολογισμό, αλλά θα επέστρεφε μέρος του έκτακτου «πληθωριστικού μερίσματος» που δημιουργεί η ίδια η ακρίβεια.
Η δύσκολη εξίσωση του ΕΦΚ
Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης μπορεί να έχει άμεση επίδραση στην τελική τιμή, αλλά συνοδεύεται από δύο κρίσιμα ερωτήματα.
Το πρώτο αφορά το δημοσιονομικό κόστος, καθώς μια οριζόντια και παρατεταμένη μείωση θα περιόριζε σημαντικά τα δημόσια έσοδα. Το δεύτερο αφορά τη μετακύλιση: πρέπει να διασφαλιστεί ότι ολόκληρη η φορολογική ελάφρυνση φτάνει στον οδηγό και δεν απορροφάται από αυξημένα περιθώρια κέρδους.
Γι’ αυτό η πρόταση συνδέεται με αυστηρότερους ελέγχους από τη διύλιση και την εμπορία έως τα πρατήρια. Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο ύψος των φόρων, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και τη διαμόρφωση της τιμής σε κάθε στάδιο της αλυσίδας.
Μόνιμος φόρος υπερκερδών
Το τέταρτο μέτρο αφορά έναν μόνιμο μηχανισμό φορολόγησης υπερκερδών, ο οποίος θα ενεργοποιείται ύστερα από εισήγηση των ανεξάρτητων Αρχών. Η διαφορά από τις έκτακτες φορολογικές παρεμβάσεις βρίσκεται στην προσπάθεια δημιουργίας σταθερού και προβλέψιμου κανόνα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ο ακριβής ορισμός του υπερκέρδους: ποια περίοδος θα αποτελεί βάση σύγκρισης, ποιες διεθνείς μεταβολές θα λαμβάνονται υπόψη και πώς θα αποφεύγεται η φορολόγηση πραγματικών επενδυτικών αποδόσεων ως έκτακτων κερδών.
Το πακέτο του ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια ολοκληρωμένη βάση συζήτησης, αλλά χρειάζεται κοστολόγηση, σαφή κριτήρια και εγγύηση ότι οι ελαφρύνσεις θα φτάσουν πράγματι στον καταναλωτή.
Το βασικό ερώτημα είναι πολιτικό: όταν το Δημόσιο εισπράττει περισσότερα επειδή η βενζίνη ακριβαίνει, πρέπει να κρατά το πρόσθετο έσοδο ή να το επιστρέφει στην κοινωνία πριν η ενεργειακή ακρίβεια περάσει σε ολόκληρη την οικονομία;



