Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση «Το μαύρο κύμα της ακροδεξιάς» στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, ο Κωστής Παπαϊωάννου —συγγραφέας, εκπαιδευτικός, πρόεδρος της Τεχνόπολης και Διευθυντής του «Σημείου για τη μελέτη και την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς»— φιλοξενήθηκε στο ραδιοφωνικό στούντιο του Αθήνα 984 από τον Γιώργο Μελιγγώνη. \
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε η ανησυχητική ενίσχυση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης και αντιπροσώπευσης, καθώς και η επιτακτική ανάγκη για δημοκρατικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες που θα λειτουργήσουν ως πραγματικό ανάχωμα.
Σχετικά με τη διεθνή εικόνα, ο κ. Παπαϊωάννου χαρακτήρισε το τοπίο στη Γερμανία μεταπολεμικά ζοφερό, φέρνοντας ως παράδειγμα τα αποτελέσματα των εκλογών. Η ραγδαία άνοδος του AfD δεν ερμηνεύεται απλώς ως μια ευκαιριακή ψήφος διαμαρτυρίας, αλλά ως μια συνειδητή ψήφος επόμενης μέρας, αφού συσπειρώνει μεγάλα ποσοστά στην εργατική τάξη, τους ελεύθερους επαγγελματίες και, κυρίως, πρώην απέχοντες.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το φαινόμενο τροφοδοτείται από την τεράστια ιστορική κρίση των παραδοσιακών κομμάτων, όπως η Χριστιανοδημοκρατία και το SPD. Η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας από πολιτικούς ηγέτες, σε συνδυασμό με τη ρητορική περί «θεωρίας των δύο άκρων», ουσιαστικά νομιμοποιεί το εξτρεμιστικό αφήγημα, καθώς η θεωρία των δύο άκρων λειτουργεί πάντα υπέρ της ακροδεξιάς.
Στην ελληνική πραγματικότητα, παρατηρείται μια αδιόρατη μετατόπιση του πολιτικού άξονα προς τα δεξιά. Αν και η συντηρητική παράταξη διατηρεί μια βάση ασφαλείας, δέχεται ισχυρή πίεση από τα δεξιά της, γεγονός που επιβάλλει τη δική τους ατζέντα στη δημόσια σφαίρα. Αυτή η εξέλιξη καθιστά αναγκαίο έναν ειλικρινή αναστοχασμό για τον βαθμό ανοχής που επέδειξε το πολιτικό προσωπικό και ο δημοσιογραφικός κόσμος.
Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν ο Κωστής Παπαϊωάννου όσον αφορά τη στάση των ΜΜΕ, αντιπαραβάλλοντας την καμπάνια του «σιγά μη φοβηθώ» στις αρχές της δεκαετίας του 2010 με το σημερινό «σιγά μη θυμηθώ». Ορισμένοι δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά δίκτυα επιχειρούν μια lifestyle προβολή του ναζισμού, προβάλλοντας τα καταδικασμένα στελέχη ως ελκυστικές προσωπικότητες και ξεπλένοντας εγκληματικές πρακτικές για δεύτερη φορά.
Αναφορικά με το ζήτημα της αποφυλάκισης Κασιδιάρη, σημείωσε ότι ο θόρυβος που δημιουργήθηκε καλλιέργησε τεχνητή κοινωνική προσδοκία με όρους τηλεθέασης. Αν και το πολιτικό σκέλος παραμένει θεσμικά κλειστό έως το 2033 λόγω των υφιστάμενων περιορισμών, η ουσιαστική δυναμική της ακροδεξιάς αναπτύσσεται πλέον κάτω από τα ραντάρ, κυρίως μέσα από τις πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων.
Καταλήγοντας, προειδοποίησε για τον σοβαρό κίνδυνο που εγκυμονεί ο επιχρωματισμός της ακροδεξιάς σε «καλή» και «επικίνδυνη». Η προσπάθεια να βαφτιστεί ένα κομμάτι της ως ακίνδυνο ή συνομιλητής οδηγεί στον εθισμό της κοινωνίας στο μίσος. Ακόμη κι αν κάποιος δεν φέρει άμεση ευθύνη για πράξεις βίας, ο συστηματικός μισαλλόδοξος λόγος είναι αυτός που τελικά νομιμοποιεί τον μαχαιροβγάλτη να δράσει.



