30 Μαρτίου, 2026

Η Ανατροπή στην Ενημέρωση!

Expand search form

Το «όχι» του ΠΑΣΟΚ και η στροφή στην αγκαλιά των άκρων: Το δίλημμα της επόμενης μέρας στο Μαξίμου

Όλες οι κατηγορίες: ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ , ΠΑΣΟΚ
Κοινοποιήστε

Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να αποκλείσει ρητά, μέσω της συνεδριακής του βούλας, οποιαδήποτε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία στο Μέγαρο Μαξίμου, διάβασε κανείς τις τελευταίες ημέρες ως μια κίνηση στρατηγικής αυτονομίας.

Ωστόσο, η ανάγνωση αυτή μοιάζει ελλιπής, αν δεν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ασφυκτικής πολιτικής γεωμετρίας που διαμορφώνει για το ίδιο το κυβερνών κόμμα.

Διότι, αν το ΠΑΣΟΚ έκλεισε την πόρτα στην οδό Χαριλάου Τρικούπη, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα: είτε θα επιχειρήσει την περιπετειώδη και πολιτικά κοστοβόρα διαδρομή προς την αυτοδυναμία, είτε θα οδηγηθεί αναγκαστικά σε μετεκλογικές συνεργασίες που την φέρνουν αντιμέτωπη με όσα μέχρι σήμερα θεωρούσε πολιτικό ακρογιάλι: τον Κυριάκο Βελόπουλο και την Αφροδίτη Λατινοπούλου.

Στο Μέγαρο Μαξίμου, η επίσημη γραμμή παραμένει προσηλωμένη στην αυτοδυναμία. Ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει πως η χώρα χρειάζεται ισχυρές κυβερνήσεις τετραετίας και πως η μόνη απάντηση στην αβεβαιότητα είναι η εντολή που εξασφαλίζει την κυβερνητική σταθερότητα χωρίς εκβιαστικές εξαρτήσεις. Ωστόσο, αυτή η ρητορική αποκτά νέα διάσταση μετά το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Η απόφαση του Νίκου Ανδρουλάκη να θέσει «κόκκινη γραμμή» τον αποκλεισμό της ΝΔ από κάθε μετεκλογικό σχήμα δεν διαβάζεται πλέον μόνο ως εσωκομματική κίνηση καθαρότητας. Για την κυβέρνηση, μεταφράζεται σε ένα πολιτικό τετελεσμένο που αναδιατάσσει τον εκλογικό χάρτη και περιορίζει δραστικά τον χώρο των πιθανών συμμαχιών.

Αν η κάλπη δεν χαρίσει την αυτοδυναμία, τα αριθμητικά δεδομένα θα είναι αμείλικτα. Ο αποκλεισμός της συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ αφαιρεί από το τραπέζι τον πιο φυσικό (ιδεολογικά και επικοινωνιακά) εταίρο μιας φιλοευρωπαϊκής, κεντροδεξιάς κυβέρνησης. Σε αυτό το κενό, οι εναλλακτικές που απομένουν δεν είναι ούτε πολυάριθμες ούτε, κυρίως, ανώδυνες.

Η πρώτη, και πιο συζητημένη στα επιτελεία της οδού Πειραιώς, είναι η ρητή ή σιωπηρή συνεργασία με την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου. Το κόμμα αυτό έχει ήδη διαμορφώσει ένα σταθερό ακροατήριο στον χώρο της συντηρητικής δεξιάς και της εθνικιστικής αντιπολίτευσης. Η είσοδός του σε μια κυβερνητική πλειοψηφία, είτε με συμμετοχή σε κυβέρνηση είτε με ψήφο ανοχής, θα σηματοδοτούσε μια τομή για τη φιλελεύθερη παράταξη. Θα ήταν η πρώτη φορά που κόμμα με ακραίο λόγο, το οποίο συχνά τοποθετείται στα δεξιά της ΝΔ, λαμβάνει θεσμικό ρόλο στην κυβέρνηση. Κάτι τέτοιο, αν και δεν αποκλείεται από τους άγραφους κανόνες της κοινοβουλευτικής λογικής, προσκρούει στο αφήγημα της «σοβαρότητας» και της «πολιτικής ομαλότητας» που η ΝΔ έχει καλλιεργήσει ως βασικό της διακριτό γνώρισμα.

Η δεύτερη, ακόμη πιο ριζοσπαστική και αντισυμβατική, είναι η συνεργασία με τη Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου. Πρόκειται για μια πολιτική δύναμη που, παρά τη νεότητά της, διεκδικεί δυναμικά ένα τμήμα της ακροδεξιάς και αντισυστημικής ψήφου, με λόγο που συχνά τοποθετείται ακόμη πιο δεξιά και από τον Βελόπουλο. Η συνεργασία μαζί της θα ήταν όχι απλώς μια τομή, αλλά μια πολιτική ρήξη, καθώς η Λατινοπούλου εκπροσωπεί ένα ρεύμα που έχει ταχθεί ανοιχτά απέναντι σε πολλές από τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης, ιδιαίτερα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και κράτους δικαίου.

Εδώ ακριβώς έγκειται και η αυτοπαγίδευση που κυβερνητικά στελέχη διαβλέπουν στην κίνηση του ΠΑΣΟΚ. Το επιχείρημα του Μεγάρου Μαξίμου είναι ότι η Χαριλάου Τρικούπη, επιδιώκοντας να κλείσει το εσωτερικό της μέτωπο και να εκπέμψει αυτονομία, κατέληξε να δώσει στη Νέα Δημοκρατία ένα ανεκτίμητο όπλο για την επόμενη μέρα. Και αυτό το όπλο δεν είναι άλλο από το δίλημμα της σταθερότητας.

«Το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να μην είναι συμπλήρωμα κανενός», λένε χαρακτηριστικά γαλάζια στελέχη. «Όμως, με αυτόν τον τρόπο, έδωσε σε εμάς το απόλυτο αφήγημα: Τώρα ο πολίτης που θέλει σταθερότητα και φοβάται την αστάθεια, γνωρίζει ότι η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ δεν οδηγεί σε μια εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Οδηγεί είτε σε αδιέξοδο και εκλογική φθορά, είτε στην αναγκαστική στροφή μας σε λύσεις που κανείς δεν επιθυμεί».

Η στρατηγική αυτή είναι σαφής. Η κυβέρνηση δεν θα επιδιώξει δημόσια συνεργασία με τα κόμματα δεξιά της, αντιθέτως θα τα τοποθετεί στην αντιπολίτευση ως «ακραία» και «μη συμβατά» με το ευρωπαϊκό προφίλ της χώρας. Ωστόσο, το σενάριο της κάλπης που δεν θα δίνει αυτοδυναμία θα φέρει την ίδια αντιμέτωπη με την πραγματικότητα: είτε θα οδηγηθεί σε δεύτερες εκλογές, επιβαρύνοντας την κοινωνία με παρατεταμένη αβεβαιότητα, είτε θα αναγκαστεί να διαπραγματευτεί με όσους έχουν απομείνει εκτός του ΠΑΣΟΚ.

Ο παράγοντας που ενισχύει αυτή την ανάγνωση είναι και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο. Ο πρώην πρωθυπουργός, με την επίθεσή του στη Λαμία, ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι θα κινηθεί στοχεύοντας στην αποδόμηση του ΠΑΣΟΚ ως αξιόπιστης εναλλακτικής, διεκδικώντας τον ρόλο του βασικού πόλου της αντιπολίτευσης. Αυτό σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα για μια ευρεία συνεργασία, κινδυνεύει να παγιδευτεί ανάμεσα στην κριτική της ΝΔ για αστάθεια και στην κριτική του ΣΥΡΙΖΑ για έλλειψη ριζοσπαστικής εναλλακτικής.

Έτσι, η απόφαση του συνεδρίου της Χαριλάου Τρικούπη, όσο κι αν εσωτερικά εξυπηρέτησε την ανάγκη για διαχωρισμό από τον δικομματισμό, εξωτερικά λειτουργεί ως καταλύτης για μια πόλωση που ευνοεί την κυβέρνηση. Διότι, όταν απομακρύνεται ο πιο εύλογος εταίρος, τα περιθώρια είτε στενεύουν επικίνδυνα προς την αυτοδυναμία (που απαιτεί εκλογική νίκη-σεισμό) είτε ανοίγουν προς την αγκαλιά των πολιτικών άκρων.

Η προειδοποίηση που εκπέμπεται από το Μέγαρο Μαξίμου είναι πλέον σαφής: «Το ΠΑΣΟΚ μας δίνει ξανά το επιχείρημα της αυτοδυναμίας». Αλλά το άτυπο συμπλήρωμα αυτής της φράσης, αυτό που δεν λέγεται δημόσια, είναι εξίσου ηχηρό: «Κι αν δεν την πετύχουμε, η λύση δεν θα αναζητηθεί σε όσους μας απέρριψαν, αλλά σε όσους θα είναι διαθέσιμοι, όσο ακραίοι κι αν θεωρούνται».

Τελικά, η κίνηση του ΠΑΣΟΚ, όσο κι αν επιχείρησε να αναδείξει πολιτική καθαρότητα, μπορεί να αποδειχθεί η αφορμή που θα μεταμορφώσει την επόμενη εκλογική μάχη σε ένα ωμό δίλημμα: σταθερότητα με όποιο κόστος, ή παρατεταμένη περιπέτεια. Και σε αυτό το δίλημμα, η κυβέρνηση ποντάρει ότι ακόμα και οι μετριοπαθείς ψηφοφόροι θα προτιμήσουν την κάλπη της «ασφάλειας», ακόμα κι αν αυτή οδηγεί σε κυβερνήσεις συνεργασίας με όσους σήμερα η ίδια η ΝΔ χαρακτηρίζει ως άκρα.

Προηγούμενο Άρθρο

Φυλάκιση 4 ετών με αναστολή στον Κωνσταντίνο Φλώρο για την επίθεση στον Γραμμένο

Επόμενο Άρθρο

Δύο νεκροί στο Άστρος Κυνουρίας από ηλεκτροπληξία σε βουλκανιζατέρ

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Λιακούλη: «Δώρο στη Novartis – Το Δημόσιο, χάνει – Οι πολίτες πληρώνουν!»

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΔήλωση Ευαγγελίας Λιακούλη, υπεύθυνης Κ.Τ.Ε. Δικαιοσύνης, Θεσμών και Διαφάνειας ΠΑΣΟΚ –Κινήματος Αλλαγής για απόφαση δικαστηρίου για τη Novartis Η απόρριψη […]

Politico για Ευρωεκλογές: Η ακρίβεια και το κόστος ζωής «βαραίνουν» ΝΔ και Μητσοτάκη

Κοινοποιήστε

Κοινοποιήστε«Η υπόθεση των Ευρωεκλογών αφορά κυρίως την οικονομία», επισημαίνει το Politico για την Ελλάδα, ενώ απομένουν έξι ημέρες για την ευρωκάλπη. Μέσω […]

Χάρης Δούκας: Πρέπει να ηττηθεί η Νέα Δημοκρατία

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ Νέα Δημοκρατια πρέπει να ηττηθεί το ίδιο και οι πολιτικές της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης που δυσχεραίνουν τη ζωή […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *