Moody’s και Scope αξιολογούν απόψε την ελληνική οικονομία, ενώ τη Δευτέρα το Χρηματιστήριο Αθηνών περνά στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών. Πίσω όμως από τη χρηματιστηριακή αναβάθμιση, νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να πιέζονται από τον πληθωρισμό, το ιδιωτικό χρέος και το υψηλό κόστος χρήματος.
Η Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου αποτελεί κρίσιμο σταθμό στον φθινοπωρινό κύκλο αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας. Η Moody’s και η Scope Ratings αναμένεται να δημοσιοποιήσουν απόψε τις αποφάσεις τους για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.
Η Moody’s διατηρεί την Ελλάδα στο Baa3 με σταθερές προοπτικές, δηλαδή ακριβώς στο κατώφλι της επενδυτικής βαθμίδας. Η Scope βαθμολογεί τη χώρα με BBB και θετικές προοπτικές, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής αναβάθμισης, χωρίς βεβαίως αυτή να θεωρείται δεδομένη. Οι ημερομηνίες και οι υφιστάμενες αξιολογήσεις επιβεβαιώνονται από το επίσημο ημερολόγιο του ΟΔΔΗΧ.
Οι οίκοι θα σταθμίσουν τη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, τη δημοσιονομική πορεία, την ανθεκτικότητα των τραπεζών και τη δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτείται από τις αγορές. Θα εξετάσουν όμως και τις αδυναμίες: το υψηλό απόθεμα χρέους, το εξωτερικό έλλειμμα, τις δημογραφικές πιέσεις και τη σχετικά περιορισμένη παραγωγική βάση.
Από τη Δευτέρα στις ανεπτυγμένες αγορές
Τρεις ημέρες μετά τις αξιολογήσεις, η Ελλάδα θα περάσει ένα ακόμη σημαντικό ορόσημο. Από το άνοιγμα των αγορών τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026, οι ελληνικές μετοχές θα αντιμετωπίζονται ως τίτλοι ανεπτυγμένης αγοράς από τους δείκτες FTSE Russell και STOXX.
Η FTSE Russell επιβεβαιώνει ότι η μετάταξη από την κατηγορία «Advanced Emerging» στη «Developed Market» θα εφαρμοστεί σε μία φάση. Συνολικά, 31 ελληνικοί τίτλοι πέρασαν τον σχετικό έλεγχο επιλεξιμότητας για τους δείκτες της ανεπτυγμένης Ευρώπης, σύμφωνα με το επίσημο σχέδιο εφαρμογής.
Παράλληλα, εννέα εταιρείες εισέρχονται στον STOXX Europe 600:
- Alpha Bank
- Eurobank
- ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
- Jumbo
- Metlen Energy & Metals
- Motor Oil
- Εθνική Τράπεζα
- Τράπεζα Πειραιώς
- ΔΕΗ
Η αλλαγή γίνεται δέκα χρόνια μετά την υποβάθμιση της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία των αναδυόμενων αγορών. Σύμφωνα με τη STOXX, η ένταξη των εννέα μετοχών στον ευρωπαϊκό δείκτη θα μπορούσε να προκαλέσει καθαρές εισροές που η JPMorgan έχει εκτιμήσει κοντά στα 957 εκατ. δολάρια.
Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντική θεσμική και χρηματοπιστωτική εξέλιξη. Διευρύνει τη βάση των δυνητικών επενδυτών, ενισχύει τη διεθνή ορατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και επιβεβαιώνει την αποκατάσταση της λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς μετά την κρίση και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
Η άλλη εικόνα της οικονομίας
Η αναβάθμιση των δεικτών, όμως, δεν σημαίνει αυτόματα αναβάθμιση της καθημερινότητας.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αλλά μόλις κατά 0,3% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, αλλά με ρυθμό που δεν αρκεί από μόνος του για να καλύψει γρήγορα τις απώλειες εισοδήματος και παραγωγικής δυναμικότητας της προηγούμενης δεκαετίας.
Την ίδια ώρα, ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε τον Αύγουστο κατά 3,8%, ενώ ο εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,7%. Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι αυξήσεις στη στέγαση, στην ενέργεια, στις μεταφορές, στα εστιατόρια και στα καταλύματα. Πρόκειται για κατηγορίες που επηρεάζουν άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα του ιδιωτικού χρέους. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε στο τέλος Ιουνίου δάνεια ονομαστικής αξίας €79,653 δισ. τα οποία έχουν μεταβιβαστεί σε εξειδικευμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού και διαχειρίζονται οι ελληνικοί servicers.
Από αυτά:
- €28,15 δισ. αφορούν επιχειρηματικά δάνεια,
- €9,99 δισ. επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις,
- €41,52 δισ. ιδιώτες και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα,
- σχεδόν €25 δισ. είναι στεγαστικά δάνεια.
Μόνο μέσα στο δεύτερο τρίμηνο, τα επιχειρηματικά ανοίγματα προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά €350 εκατ. Η εξέλιξη δείχνει ότι, ενώ οι τράπεζες εμφανίζονται πλέον ισχυρότερες και οι ισολογισμοί τους καθαρότεροι, ένα τεράστιο απόθεμα προβληματικού χρέους εξακολουθεί να βαραίνει την πραγματική οικονομία — απλώς βρίσκεται πλέον έξω από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα.
Άλλο η εμπιστοσύνη των αγορών, άλλο η οικονομική ασφάλεια
Δεν υπάρχει αντίφαση στα δεδομένα. Υπάρχουν δύο διαφορετικοί φακοί αξιολόγησης.
Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης εξετάζουν πρωτίστως εάν το κράτος μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος του. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες αξιολογούν τη λειτουργία της αγοράς, τη ρευστότητα, την πρόσβαση των επενδυτών και το θεσμικό πλαίσιο. Κανένας από τους δύο μηχανισμούς δεν μετρά άμεσα εάν μια οικογένεια μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο ή εάν μια μικρή επιχείρηση μπορεί να δανειστεί με βιώσιμο επιτόκιο.
Αυτό ακριβώς πρέπει να αποτυπώνει και ένας σύνθετος δείκτης όπως το GESI: η εμπιστοσύνη προς το κράτος και τις αγορές μπορεί να βελτιώνεται, ενώ ταυτόχρονα η χρηματοοικονομική πίεση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων παραμένει υψηλή.
Η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές είναι θετική εξέλιξη. Δεν είναι, όμως, το τέλος της διαδρομής. Το πραγματικό στοίχημα είναι εάν η θεσμική αποκατάσταση και οι επενδυτικές εισροές θα μετατραπούν σε παραγωγικές επενδύσεις, ποιοτικές θέσεις εργασίας, φθηνότερη χρηματοδότηση και ουσιαστική αποκλιμάκωση του ιδιωτικού χρέους.
Γιατί μια οικονομία δεν γίνεται πραγματικά «ανεπτυγμένη» μόνο όταν αλλάζει κατηγορία στους διεθνείς δείκτες. Γίνεται όταν η πρόοδός της φτάνει στην κοινωνία.



