27 Σεπτεμβρίου, 2026
Expand search form

Ενεργειακός κλοιός και πληθωρισμός: Η διπλή απειλή για την ελληνική οικονομία τον φετινό χειμώνα

Όλες οι κατηγορίες: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Η έλευση του φθινοπώρου σηματοδοτεί τη διαμόρφωση ενός νέου, απειλητικού μετώπου ακρίβειας για την ελληνική οικονομία, με επίκεντρο την αναζωπύρωση των διεθνών τιμών ενέργειας. Η αισθητή επιτάχυνση του πληθωρισμού τον Αύγουστο, σε συνδυασμό με το ράλι του πετρελαίου και του φυσικού αερίου τον Σεπτέμβριο, σκιαγραφεί τον κίνδυνο ενός εξαιρετικά δύσκολου χειμώνα.

Οι πιέσεις αυτές απειλούν να εξανεμίσουν τα περιθώρια αντοχής νοικοκυριών και επιχειρήσεων, μετακυλίοντας άμεσα το αυξημένο ενεργειακό κόστος στο σύνολο σχεδόν των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πρόσφατο δελτίο «Note on the Greek Economy», κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, τοποθετώντας τον πήχη του εναρμονισμένου πληθωρισμού στο 3,5% κατά μέσο όρο για το 2026. Η πρόβλεψη αυτή εδράζεται τόσο στην επιμονή των ανατιμήσεων στις υπηρεσίες όσο και στο διαρκώς αυξανόμενο ενεργειακό κόστος.

Ενώ η κεντρική τράπεζα προσδοκά αποκλιμάκωση στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028, αυτή η εξέλιξη τελεί υπό τη ρητή προϋπόθεση της υποχώρησης των τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων. Προς το παρόν, ωστόσο, η αγορά κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, διαψεύδοντας τις προσδοκίες εξομάλυνσης.

Τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια καταγράφηκαν ήδη από τον Αύγουστο, όταν ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα σκαρφάλωσε στο 3,7% από 2,7% τον Ιούλιο, ξεπερνώντας τον μέσο όρο του 3,2% στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank, οι υπηρεσίες (κυρίως οργανωμένα ταξίδια και διαμονή) τροφοδότησαν τον δείκτη κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, με την ενέργεια να προσθέτει ακόμη 1,2 μονάδες, ανοίγοντας ένα κρίσιμο, δεύτερο κανάλι πληθωριστικής πίεσης.

Η γεωπολιτική αστάθεια, με επίκεντρο την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και τη συνεχιζόμενη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας, λειτουργεί ως καταλύτης για την εκτίναξη των τιμών. Η μέση διεθνής τιμή του αργού πετρελαίου (Brent) προσπέρασε τον Σεπτέμβριο το ψυχολογικό φράγμα των 100 δολαρίων, φτάνοντας τα 101,2 δολάρια το βαρέλι. Πρόκειται για ένα άλμα 14,9% σε μηνιαία βάση και πάνω από 50% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Εάν αυτή η συνθήκη παγιωθεί, η εκτίμηση της ΤτΕ για πληθωρισμό 3,5% ενδέχεται να αποδειχθεί μετριοπαθής.

Το μεγαλύτερο μακροοικονομικό ρίσκο, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις αντλίες των πρατηρίων ή στους λογαριασμούς του ρεύματος, αλλά στον κίνδυνο της «δεύτερης μετάδοσης». Όταν μια επιχείρηση επωμίζεται αυξημένα κόστη παραγωγής, αποθήκευσης και μεταφορών, μπροστά στο δίλημμα της συμπίεσης του κέρδους ή της μείωσης της παραγωγής, νομοτελειακά μεταφέρει μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης στην τελική τιμή. Το ενεργειακό κόστος λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας αδυσώπητος πολλαπλασιαστής σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Αυτή η τάση αποτυπώνεται ήδη καθαρά στην αγορά ακινήτων, όπου τον Αύγουστο τα υλικά κατασκευής νέων κατοικιών ανατιμήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση, με υλικά όπως το έτοιμο σκυρόδεμα, τα κονιάματα, ο χαλκός και το αλουμίνιο να καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, τα νοικοκυριά καλούνται να ανταπεξέλθουν έχοντας ήδη εξαντλήσει τις οικονομικές τους εφεδρείες. Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η μέση ετήσια οικογενειακή δαπάνη ανήλθε στα 21.842 ευρώ (1.820 ευρώ τον μήνα), αυξημένη κατά 5,5%. Οι ανελαστικές δαπάνες κυριαρχούν, καθώς τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές απορροφούν τη μερίδα του λέοντος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Το βάρος, μάλιστα, είναι απολύτως ασύμμετρο: για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, μόνο η στέγαση και η διατροφή εξαντλούν το 54,4% του εισοδήματός τους, έναντι 34,5% για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Κατά συνέπεια, κάθε νέα αύξηση στο κόστος θέρμανσης και ηλεκτρισμού απειλεί ευθέως το βιοτικό επίπεδο των πλέον ευάλωτων πολιτών.

Αντίστοιχη, αλλά με διαφορετικούς όρους, είναι η πίεση στο επιχειρείν. Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς υπογραμμίζει τη «διπλή μέγγενη» που συμπιέζει ασφυκτικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις: από τη μία το ακριβό χρήμα λόγω των υψηλών επιτοκίων χρηματοδότησης, και από την άλλη η ενεργειακή καταιγίδα. Η έλλειψη ρευστότητας και η συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους ναρκοθετούν τις μελλοντικές επενδύσεις, καθιστώντας σαφές ότι η αυστηρή νομισματική πολιτική από μόνη της δεν επαρκεί για την αναχαίτιση ενός πληθωρισμού που τροφοδοτείται από γεωπολιτικά σοκ.

Παρά τις εντεινόμενες πιέσεις, η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει μέχρι στιγμής αξιοσημείωτες αντοχές. Έως τα τέλη Αυγούστου, δεν υπήρχε εικόνα γενικευμένης επιβράδυνσης. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διατηρήθηκε στις 106,9 μονάδες (έναντι 98,4 στην Ευρωζώνη) και ο δείκτης PMI μεταποίησης στις 54,4 μονάδες, καταδεικνύοντας βελτίωση των επιχειρηματικών συνθηκών. Ωστόσο, η χρονική υστέρηση αυτών των δεικτών είναι κρίσιμη. Η οικονομική συγκυρία του Αυγούστου δεν έχει ενσωματώσει ακόμη τον οξύ ενεργειακό κραδασμό του Σεπτεμβρίου. Η πορεία των επόμενων μηνών θα αποτελέσει την πραγματική δοκιμασία, η οποία θα κρίνει εάν αυτή η άνοδος των τιμών θα απορροφηθεί ως μια παροδική αναταραχή ή εάν θα ριζώσει βαθιά στην πραγματική οικονομία, φρενάροντας οριστικά την κατανάλωση και την ανάπτυξη.

Προηγούμενο Άρθρο

Τσουκαλάς: Η χώρα έχει ένα “Λουδοβίκο”, τον κ. Μητσοτάκη, δεν χρειάζεται άλλον

Επόμενο Άρθρο

Οικογενειακός καβγάς χωρίς τέλος στην Καλαμπάκα: Τον συνέλαβαν, αφέθηκε ελεύθερος, μήνυσε πεθερά και κουνιάδα και… συνελήφθη ξανά

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Έως και 38% ακριβότερα τα παγωτά

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ ακρίβεια συνεχίζει να αποτελεί πονοκέφαλο για τους καταναλωτές, που βλέπουν τις τιμές των προϊόντων να αυξάνονται συνεχώς, ενώ από τις αυξήσεις δεν «γλύτωσαν» ούτε […]

Eurostat: Τελευταία – μαζί με τη Βουλγαρία – η Ελλάδα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2025

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΤη δυσμενή θέση των πολιτών της χώρας, όσον αφορά στην αγοραστική τους δύναμη, αποτυπώνουν τα τελευταία στατιστικά στοιχεία της Eurostat για το […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *