Τα πρόσφατα γεγονότα στο Ρέθυμνο, όπου ομάδα μαθητών προχώρησε σε λεκτικές και σωματικές επιθέσεις εναντίον συμμαθητών τους, φέρνοντας στο προσκήνιο συμβολικά στοιχεία της Χρυσής Αυγής, αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την επικίνδυνη διασύνδεση της ακροδεξιάς ρητορικής με την αυξανόμενη νεανική παραβατικότητα.
Το περιστατικό αυτό, το οποίο σημειώθηκε λίγες μόλις ημέρες μετά την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη, δεν αποτελεί μεμονωμένο σχολικό τσακωμό, αλλά μια σαφή ένδειξη του πώς ο ακροδεξιός μισαλλόδοξος λόγος μεταφράζεται σε απτή βία και φόβο μέσα στους εκπαιδευτικούς χώρους.
Η ακροδεξιά ιδεολογία τρέφεται από την επιθετικότητα και την επιβολή μέσω της τρομοκράτησης. Όταν τέτοια μοτίβα διεισδύουν στη σχολική καθημερινότητα —με απειλές για σωματικές βλάβες, ρίψη αντικειμένων και προκλητική επίδειξη φασιστικών συμβόλων— η βία παύει να είναι απλώς εκδηλωτική και μετατρέπεται σε εργαλείο επιβολής. Όπως ορθά επισήμανε η ΕΛΜΕ Ρεθύμνου, η συμπεριφορά αυτή φέρει τη σφραγίδα των παραδοσιακών πρακτικών των φασιστικών ομάδων, οι οποίες επιχειρούν να επιβάλουν την παρουσία τους καλλιεργώντας ένα πέπλο απειλής για μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς.
Η αντιμετώπιση αυτής της έξαρσης απαιτεί αποφασιστικότητα και εγρήγορση σε όλα τα επίπεδα. Η βία και η φασιστική προπαγάνδα δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της ελευθερίας της γνώμης, καθώς ο φασισμός δεν αποτελεί ιδεολογική «άποψη», αλλά ευθεία αμφισβήτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής συνύπαρξης. Παράλληλα με την αυστηρή εφαρμογή των πειθαρχικών και προληπτικών μέτρων, η εκπαιδευτική κοινότητα καλείται να ασκήσει τον ουσιαστικό παιδαγωγικό της ρόλο: να παρέμβει στη σκέψη των ανηλίκων, να τους βοηθήσει να αντιληφθούν τις καταστροφικές συνέπειες της βίας και να εμποδίσει τη μετατροπή των μαθητών σε υποχείρια ακραίων κύκλων. Το σχολείο οφείλει να παραμείνει ένας χώρος ασφάλειας, κριτικής σκέψης και δημοκρατίας, απέναντι σε κάθε προσπάθεια καλλιέργειας του μίσους.



