ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ Ο ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
Οι ψίθυροι στους διαδρόμους της πολιτικής σκηνής συχνά μαρτυρούν περισσότερα από τις επίσημες ανακοινώσεις, και στην περίπτωση του Δημήτρη Αβραμόπουλου, οι «κακές γλώσσες» έχουν πάρει κυριολεκτικά φωτιά. Η έντονη φημολογία των τελευταίων ημερών δεν μιλά απλώς για μια ακόμη εσωκομματική αναταραχή, αλλά για νέα δεδομένα που ανατρέπουν πλήρως το σκηνικό, αφήνοντας πλέον ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο ο έμπειρος πολιτικός να μην είναι καν υποψήφιος στις επόμενες εκλογές. Η ατμόσφαιρα στο κυβερνών κόμμα μυρίζει μπαρούτι και η αφορμή δεν άργησε να δοθεί, προκαλώντας ισχυρούς μετασεισμούς στα ψηλά κλιμάκια της εξουσίας.
Η πρωτόγνωρη φρασεολογία του Δημήτρη Αβραμόπουλου, ο οποίος με απίστευτη ένταση ξεκαθάρισε πως δεν σκοπεύει να απολογηθεί «σε κανένα κερατα», ενώ χαρακτήρισε ολόκληρη την υπόθεση για την οποία κατηγορείται ως μια απόλυτη «μπούρδα», εχει προκαλέσει παγωμάρα στο πρωθυπουργικό γραφείο. Η ασυνήθιστη αυτή οξύτητα δημιούργησε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που η κυβέρνηση έπρεπε να διαχειριστεί άμεσα.
Μέχρι σήμερα ο Παύλος Μαρινάκης φρόντισε να κρατήσει σαφείς και ευδιάκριτες αποστάσεις από τον πρώην υπουργό. Με μια δήλωση όλο νόημα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε πως όταν μας καλούν οι αρχές, όλοι οφείλουμε να ανταποκρινόμαστε. Για τους έμπειρους αναλυτές, η τοποθέτηση αυτή αποτελούσε μια ξεκάθαρη αιχμή προς τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, ο οποίος φέρεται να μην έδωσε το παρών στις επίμονες κλήσεις της βελγικής δικαιοσύνης, οδηγώντας τελικά στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Με αυτά τα δεδομένα, το πολιτικό μέλλον του άλλοτε ισχυρού άνδρα της παράταξης μοιάζει πλέον πιο μετέωρο από ποτέ.
ΕΦΟΔΟΣ ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ
Η Πελοπόννησος βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στο επίκεντρο μιας έντονης, σχεδόν χειρουργικής, πολιτικής κινητικότητας από την πλευρά του κυβερνητικού στρατοπέδου. Δεν πρόκειται για μια τυχαία σειρά επισκέψεων, αλλά για μια καλά σχεδιασμένη «έφοδο» σε παραδοσιακά γαλάζια εδάφη, η οποία πυροδοτήθηκε από τις πρόσφατες κινήσεις και τη γενικότερη δραστηριότητα που καταγράφει ο Αντώνης Σαμαράς. Το Μαξίμου έστειλε στην πρώτη γραμμή βαριά ονόματα της κυβέρνησης και του κόμματος, με μπροστάρηδες υπουργούς όπως η Νίκη Κεραμέως, ο Χρίστος Δήμας και ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, οι οποίοι πλαισιώθηκαν από τοπικούς βουλευτές, ενώ το στίγμα της σοβαρότητας της επιχείρησης έδωσε με την παρουσία του και ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης.
Όσοι γνωρίζουν καλά το παρασκήνιο αυτών των περιοδειών και έζησαν τα πράγματα από μέσα, μεταφέρουν μια εικόνα συγκρατημένη.
Το πραγματικό crash test, ωστόσο, επιφυλασσόταν για το κλείσιμο αυτού του κύκλου, που πραγματοποιήθηκε στη Μεσσηνία. Εκεί, όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο, το κλίμα δεν ήταν και το καλύτερο δυνατό για τους κυβερνητικούς απεσταλμένους. Η Μεσσηνία αποτελεί το απόλυτο οχυρό του Αντώνη Σαμαρά, μια περιοχή όπου η προσωπική και πολιτική του επιρροή παραμένει βαθιά ριζωμένη και οι τοπικές ισορροπίες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες. Η παγωμένη υποδοχή σε αρκετά σημεία επιβεβαίωσε ότι η μάχη των εντυπώσεων και της ουσίας στα λημέρια του πρώην πρωθυπουργού απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή επικοινωνιακή εξόρμηση, αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς για τη συνέχεια.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ 2003
Ένα «φάντασμα» πλανάται το τελευταίο διάστημα πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου, στη σκιά της συρρίκνωσης της κοινωνικής και εκλογικής απήχησης της Νέας Δημοκρατίας, μετά από μια επταετία Μητσοτάκη στη διακυβέρνηση του τόπου.
Το «φάντασμα» αφορά το «πακέτο Σημίτη», τις ακριβότερες δημοσιονομικές εξαγγελίες που ανακοίνωσε ο τότε πρωθυπουργός στη ΔΕΘ εκείνου του φθινοπώρου. Το κλίμα δεν άλλαξε, ο Κώστας Σημίτης παρέδωσε το δαχτυλίδι της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ στον Γιώργο Παπανδρέου, και την 7η Μαρτίου του 2004, οι Έλληνες έφεραν στην εξουσία τον Κώστα Καραμανλή, με τη μεγαλύτερη εκλογική κοινωνική πλειοψηφία που σημειώθηκε ποτέ στην Ιστορία του τόπου, με 3,5 εκατομμύρια πολίτες να τον ψηφίζουν.
Η ηχηρότερη απόδειξη ότι, από τη στιγμή που ένας λαός αποφασίζει να ψηφίσει τιμωρητικά για μια πολιτική ηγεμονία, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τη φορά των πραγμάτων.
ΘΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΣΣΕΛΑΚΗ
Κοιτάζοντας κανείς τις τελευταίες ραγδαίες εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό, είναι πραγματικά δύσκολο να μην κάνει μια αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν και να μην αναλογιστεί το μέγεθος της ανατροπής με την περίπτωση Κασσελακη .
Και να σκεφτεί κανείς, πράγματι, ότι πριν από λίγους μόλις μήνες, ο συγκεκριμένος είχε εκλεγεί αρχηγός στο κόμμα που στην αρχή της κοινοβουλευτικής περιόδου ηταν αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα, κουβαλώντας στις αποσκευές του προσδοκίες για μια ριζική ανανέωση του προοδευτικού χώρου.
Σήμερα, η εικόνα αυτή μοιάζει με μακρινή ανάμνηση, καθώς το νέο του πολιτικό εγχείρημα, το κόμμα «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο», περιέρχεται ήδη σε κατάσταση έντονης εσωτερικής κρίσης, πριν καλά-καλά προλάβει να αποκτήσει σταθερά θεμέλια.
Ο πολιτικός σχεδιασμός για τη δημιουργία ενός αυτόνομου πόλου δέχεται το ένα καίριο πλήγμα μετά το άλλο, με την κοινοβουλευτική του βάση να φυλλορροεί επικίνδυνα.
Η έξοδος του βουλευτή Μιχάλη Χουρδάκη, μόλις είκοσι τέσσερις ώρες μετά τη θεαματική φυγή της Θεοδώρας Τζάκρη, λειτούργησε ως ντόμινο που απογυμνώνει το νεοσύστατο σχήμα από το απαραίτητο κοινοβουλευτικό του στήριγμα.
Η απώλεια της κυρίας Τζάκρη ειδικότερα, η οποία υπήρξε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα, έμπειρα και προβεβλημένα στελέχη, στερεί από το σχήμα ένα κρίσιμο έρεισμα και ένα ισχυρό σημείο αναφοράς στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Αυτό το κύμα των παραιτήσεων φανερώνει βαθιές δομικές αδυναμίες και μια εμφανή έλλειψη εσωτερικής σταθερότητας και πολιτικής συνοχής, που καθιστούν την επόμενη ημέρα για τους Δημοκράτες εξαιρετικά αβέβαιη. Σαν να μην έφταναν αυτά, το σκηνικό γίνεται ακόμα πιο ζοφερό αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες που θέλουν και τη βουλευτή Γιώτα Πούλου να ανακοινώνει οσονούπω την ανεξαρτητοποίησή της.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η μόνη βουλευτής που θα απομείνει να στηρίζει σταθερά το κόμμα στα έδρανα της Βουλής θα είναι η Ραλλία Χρηστίδου. Μια τέτοια εξέλιξη περιορίζει στο ελάχιστο τα περιθώρια πολιτικής παρέμβασης και επιρροής του φορέα, εγκλωβίζοντάς τον στα όρια της κοινοβουλευτικής ανυπαρξίας.



