8 Αυγούστου, 2026
Expand search form

Πολιτική σημαίνει να αφουγκράζεσαι τους πολίτες

Όλες οι κατηγορίες: ΑΡΘΡΑ
Κοινοποιήστε

Πριν από λίγες ημέρες, η Tressie McMillan Cottom, αρθρογράφος των New York Times, έθεσε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες: γιατί υποψήφιοι που προέρχονται από την προοδευτική και τη δημοκρατική σοσιαλιστική πτέρυγα καταφέρνουν να κερδίζουν εκεί όπου παραδοσιακοί υποψήφιοι των Δημοκρατικών δυσκολεύονται;

Η απάντησή της είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια ακόμη συζήτηση για το αν η αμερικανική κοινωνία στρέφεται προς τα αριστερά.

Κερδίζουν γιατί ακούν τους πολίτες 

Γιατί πηγαίνουν στις γειτονιές. Συζητούν με ανθρώπους που η παραδοσιακή πολιτική έχει πάψει ακόμη και να θεωρεί πιθανούς ψηφοφόρους. Αντί να αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως έναν αριθμό σε μια δημοσκόπηση ή σε μια βάση δεδομένων, προσπαθούν να δημιουργήσουν μαζί του μια πραγματική σχέση.

Ακούγεται αυτονόητο. Για τη σημερινή πολιτική, όμως, είναι σχεδόν ανατρεπτικό.

Για πολλά χρόνια, μεγάλο μέρος της προοδευτικής πολιτικής πίστεψε ότι η απάντηση στην κρίση εμπιστοσύνης ήταν ένα καλύτερο πρόγραμμα, περισσότερα στοιχεία, μεγαλύτερη τεχνοκρατική επάρκεια και καλύτερη επικοινωνία.

Όλα αυτά είναι απαραίτητα.

Δεν είναι όμως αρκετά.

Γιατί πριν μιλήσεις σε μια κοινωνία, πρέπει πρώτα να την ακούσεις.

Ο πολίτης που δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιό του δεν ζητά πρώτα μια θεωρία για την ανάπτυξη. Ο νέος που εργάζεται αλλά δεν μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του δεν ενδιαφέρεται αρχικά για τους μακροοικονομικούς δείκτες. Η οικογένεια που βλέπει το σούπερ μάρκετ, την ενέργεια και τη στέγη να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της δεν περιμένει από την πολιτική να της εξηγήσει ότι οι αριθμοί ευημερούν.

Περιμένει να αναγνωρίσει την πραγματικότητά της.

Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής Κεντροαριστεράς.

Έμαθε να μιλάει πολύ και να ακούει λίγο.

Έμαθε τη γλώσσα των μεταρρυθμίσεων, των θεσμών και των δεικτών, αλλά κάποιες φορές έχασε τη γλώσσα της καθημερινής ζωής.

Και όταν η δημοκρατική πολιτική παύει να ακούει, το κενό δεν μένει ποτέ κενό.

Το καταλαμβάνει ο λαϊκισμός.

Η νέα Δεξιά στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες το αντιλήφθηκε νωρίτερα. Άκουσε τον θυμό, τον φόβο, την ανασφάλεια και την αίσθηση εγκατάλειψης μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας.

Δεν έδωσε απαραίτητα λύσεις. Συχνά επένδυσε στον φόβο και στη διαίρεση. Έδωσε όμως κάτι που η παραδοσιακή πολιτική είχε αρχίσει να στερεί από τους ανθρώπους: την αίσθηση της αναγνώρισης.

«Σε βλέπω. Σε ακούω. Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος».

Η απάντηση της προοδευτικής παράταξης δεν μπορεί να είναι ένας αριστερός καθρέφτης του δεξιού λαϊκισμού. Ούτε η άκριτη μεταφορά στην Ελλάδα οποιασδήποτε πολιτικής τάσης γεννιέται στην Αμερική.

Το μάθημα είναι απλούστερο και βαθύτερο:

Πρώτα ακούς. Μετά σχεδιάζεις. Και στο τέλος λογοδοτείς.

Αυτό σημαίνει να ξανακάνουμε πολιτική από κάτω προς τα πάνω.

Να ξεκινήσουμε από το ενοίκιο. Από τον μισθό. Από το κόστος στο σούπερ μάρκετ. Από το δημόσιο σχολείο και το νοσοκομείο. Από τις μετακινήσεις. Από το πράσινο και τον δημόσιο χώρο. Από το αν μια νέα οικογένεια μπορεί να βρει σπίτι. Από το αν ένας νέος άνθρωπος πιστεύει ότι μπορεί να δημιουργήσει και να ζήσει αξιοπρεπώς στον τόπο του.

Εκεί ξαναγεννιέται η πολιτική.

Και γι’ αυτό οι πόλεις και η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορούν να αποτελέσουν ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια μιας νέας προοδευτικής πολιτικής.

Γιατί στην πόλη δεν υπάρχει η πολυτέλεια της ιδεολογικής αφαίρεσης.

Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική θεωρία όταν δεν βρίσκει θέση σε παιδικό σταθμό, όταν δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του ή όταν η γειτονιά του γίνεται κάθε καλοκαίρι πιο δύσκολη εξαιτίας της κλιματικής κρίσης.

Ρωτά κάτι πολύ πιο απλό:

Μπορείς να λύσεις το πρόβλημα;

Αυτή η καθημερινή σχέση ανάμεσα στην πολιτική και στο αποτέλεσμα μπορεί να γίνει ξανά η βάση μιας σύγχρονης προοδευτικής πρότασης.

Όχι ένας προοδευτισμός των συνθημάτων.

Ένας προοδευτισμός των αποτελεσμάτων.

Ένα κράτος και μια Αυτοδιοίκηση που κάνουν τη ζωή δικαιότερη και καλύτερη. Που αντιμετωπίζουν τη στέγη ως κοινωνικό ζήτημα και όχι αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν. Που επενδύουν στην παιδεία, στην υγεία, στις κοινωνικές υποδομές και στον δημόσιο χώρο. Που αντιμετωπίζουν την κλιματική κρίση ως ζήτημα καθημερινής ζωής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Και, πάνω απ’ όλα, που αποδεικνύουν ότι η δημοκρατία μπορεί να παράγει αποτέλεσμα.

Το να ακούς, βέβαια, δεν σημαίνει να συμφωνείς με όλα. Η πολιτική ηγεσία δεν είναι δημοσκόπηση. Οφείλει να έχει αρχές, σχέδιο και κατεύθυνση. Να μπορεί ακόμη και να λέει δύσκολες αλήθειες.

Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να ηγείσαι μιας κοινωνίας και στο να της κάνεις διάλεξη.

Και αυτή τη διαφορά πρέπει να ξαναβρεί η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό.

Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια βαθύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Η Ακροδεξιά ενισχύεται, η αποχή μεγαλώνει και τμήματα των νεότερων γενεών αισθάνονται ότι τα παραδοσιακά κόμματα δεν μιλούν για τη δική τους ζωή. Η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια, οι ανισότητες, η ανασφάλεια στην εργασία και η κλιματική κρίση διαμορφώνουν μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η προοδευτική Ευρώπη δεν χρειάζεται απλώς καλύτερη επικοινωνία.

Χρειάζεται ξανά κοινωνική γείωση.

Και στην Ελλάδα αυτό το ερώτημα είναι ακόμη πιο επιτακτικό.

Η συζήτηση στην Κεντροαριστερά περιστρέφεται διαρκώς γύρω από πρόσωπα, συσχετισμούς, συνεργασίες και το αν πρέπει να κινηθεί περισσότερο προς το Κέντρο ή περισσότερο προς τα Αριστερά.

Είναι μια συζήτηση που απασχολεί πολύ τον πολιτικό μικρόκοσμο και πολύ λιγότερο την κοινωνία.

Γιατί ο πολίτης δεν ξυπνά το πρωί αναρωτώμενος πού ακριβώς θα τοποθετηθεί η Κεντροαριστερά στον πολιτικό άξονα.

Αναρωτιέται αν θα μπορέσει να πληρώσει το ενοίκιο.

Αν ο μισθός θα φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα.

Αν το παιδί του θα έχει καλύτερες ευκαιρίες από εκείνον.

Αν υπάρχει ένα δημόσιο σύστημα υγείας που θα τον προστατεύσει όταν το χρειαστεί.

Αν μπορεί ακόμη να πιστεύει ότι η πολιτική έχει τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή του.

Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο της πολιτικής μάχης.

Το μήνυμα που έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να αντιγράψει την αμερικανική Αριστερά. Είναι ότι η προοδευτική πολιτική πρέπει να ξαναβρεί την κοινωνική της πυξίδα.

Στην Ευρώπη, αυτό σημαίνει να ξαναχτίσει τη σχέση της με τους εργαζόμενους, τους νέους, τη μεσαία τάξη και όλους εκείνους που αισθάνονται ότι χάνουν τον έλεγχο της ζωής τους.

Στην Ελλάδα, σημαίνει κάτι ακόμη πιο συγκεκριμένο:

να βγούμε από τα κομματικά γραφεία και να επιστρέψουμε στην κοινωνία.

Στις γειτονιές. Στους χώρους εργασίας. Στα πανεπιστήμια. Στις μικρές επιχειρήσεις. Στις πόλεις και στην περιφέρεια.

Όχι για να πούμε στους πολίτες τι πρέπει να πιστεύουν.

Αλλά για να ακούσουμε τι έχουν να μας πουν.

Γιατί η επόμενη μεγάλη προοδευτική πρόταση για την Ελλάδα δεν θα γεννηθεί σε ένα επικοινωνιακό εργαστήριο.

Θα γεννηθεί μέσα στην κοινωνία.

Και όποιος θέλει πραγματικά να την εκφράσει πρέπει να ξεκινήσει από εκεί.

Να ακούσει ξανά τους ανθρώπους.

Γιατί, στην Ελλάδα όπως και στην Ευρώπη, το μέλλον της προοδευτικής πολιτικής θα κριθεί τελικά σε κάτι πολύ απλό:

αν θα ξαναμάθει να αφουγκράζεται τους πολίτες — και αν θα μπορέσει όσα ακούσει να τα μετατρέψει σε αλλαγή.

Προηγούμενο Άρθρο

«Πόσοι αστυνομικοί φυλάνε την “οικογένεια” και πόσοι τους υπόλοιπους πολίτες;»

Επόμενο Άρθρο

Νέα αποχώρηση από το κόμμα Καρυστιανού: «Κλειστή κάστα, αυθαιρεσία και φίμωση» καταγγέλλει ο Μπρουτζάκης

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Το θεσμικό ναυάγιο στο Άρθρο 57: Το «Δεύτερο Στάδιο» που φέρνει χάος, Νοθεία και Αλλοίωση της Κάλπης

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ εισαγωγή του Άρθρου 57 και η θεσμοθέτηση του λεγόμενου δεύτερου σταδίου προσμέτρησης αποτελεί τη μεγαλύτερη βόμβα στα θεμέλια της […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *