Η πολιτική τακτική της διαστρέβλωσης και της επικοινωνιακής κοπτοραπτικής χτύπησε ξανά την πόρτα της επικαιρότητας. Αυτή τη φορά, στο στόχαστρο του Άδωνι Γεωργιάδη βρέθηκε η ακαδημαϊκός του ΑΠΘ Κωνσταντίνα Γεωργάκη.
Ο υπουργός, πιστός στη γνώριμη μέθοδο της δημιουργίας λανθασμένων εντυπώσεων, επιχείρησε να βαφτίσει μια αμιγώς επιστημονική, νομική γνωμοδότηση ως «πόρισμα δικαίωσης» για την υπόθεση της Texan.
Πρόκειται για μια προφανή και συνειδητή προσπάθεια να θολώσουν τα νερά. Η τακτική να απομονώνονται φράσεις, να αποσιωπώνται τα πραγματικά ερωτήματα μιας νομικής μελέτης και να σερβίρεται η επιστημονική ερμηνεία ως πολιτικό συγχωροχάρτι, αποδεικνύει την απόλυτη περιφρόνηση προς τη στοιχειώδη αλήθεια. Όταν η επιστημονική συγκρότηση και η ακαδημαϊκή ιδιότητα εργαλειοποιούνται χωρίς αιδώ για να εξυπηρετήσουν κυβερνητικά αφήγηματα, η απάντηση οφείλει να είναι αμείλικτη.
Η απάντηση της καθηγήτριας δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, αποδομώντας πλήρως την προσπάθεια παραπληροφόρησης και βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους με την ακρίβεια που επιβάλλει η επιστημονική της ιδιότητα.
Η ανακοίνωση της Κωνσταντίνας Γεωργάκη:
«Προφανώς ο κ. Γεωργιάδης είτε δεν διάβασε το κείμενο της γνωμοδότησής μου, είτε το διάβασε και δεν το κατάλαβε, είτε το διάβασε, το κατάλαβε και επέλεξε να το παραποιήσει. Η τελευταία εκδοχή είναι και η πιο προβληματική.
Για να τον βοηθήσω:
Η γνωμοδότησή μου, την οποία υπέγραψα τον Ιανουάριο του 2025, είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει ο τίτλος της: μία νομική γνωμοδότηση. Δεν αποτελεί πόρισμα «εμπειρογνώμονα» ότι «όλα έγιναν σωστά» στην υπόθεση της Texan, ούτε δικαστική απόφαση, ούτε διενεργεί η ίδια έλεγχο νομιμότητας οποιασδήποτε δημόσιας σύμβασης. Πολύ περισσότερο, δεν αποδίδει αστική, ποινική ή πειθαρχική ευθύνη σε οποιοδήποτε πρόσωπο.
Αρκεί να διαβάσει κανείς τις πρώτες σελίδες της. Εκεί διατυπώνονται με σαφήνεια τα νομικά ερωτήματα, στα οποία κλήθηκα να απαντήσω: ποια είναι τα όρια των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΕΔΕΛ) και των ομάδων ελέγχου της, εάν η ΕΔΕΛ δεσμεύεται από τις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται στο πλαίσιο του προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας δημόσιας σύμβασης και ποιες είναι οι έννομες συνέπειες μιας ενδεχόμενης μη συμμόρφωσής της προς αυτές.
Η γνωμοδότηση απαντά αποκλειστικά στα παραπάνω νομικά ζητήματα. Αφετηρία της είναι ήδη εκδοθείσες αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο πλαίσιο προσυμβατικού ελέγχου και αντικείμενό της η ερμηνεία, υπό το πρίσμα του διοικητικού δικαίου, των εννόμων συνεπειών που απορρέουν από αυτές για την ΕΔΕΛ.
Στην ανάρτησή του, ο κ. Γεωργιάδης συγχέει, προφανώς σκοπίμως, τρία διαφορετικά πράγματα: την κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την επιστημονική ερμηνεία μιας νομικής γνωμοδότησης και την πολιτική συζήτηση γύρω από τη σκοπιμότητα μιας συγκεκριμένης προμήθειας.
Ο προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορά αποκλειστικά στον έλεγχο της τήρησης των κανόνων νομιμότητας που διέπουν αμιγώς τη διαδικασία ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης. Στο πλαίσιο αυτό, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν ασκεί δικαιοδοτική, αλλά αμιγώς διοικητική (ελεγκτική) λειτουργία. Δεν διεξάγει δίκη, δεν υποκαθίσταται στη δικαιοδοτική δικαιοδοσία των δικαστηρίων, ενώ οι αποφάσεις του δεν παράγουν δεδικασμένο. Στην ίδια κατεύθυνση, σε περιπτώσεις προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν εξετάζει αν μια προμήθεια ήταν πολιτικά ή οικονομικά σκόπιμη ούτε αν αποτέλεσε την καλύτερη δυνατή επιλογή για το Δημόσιο. Αντίστοιχα, η γνωμοδότησή μου δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να αναλύει τις έννομες συνέπειες που, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, απορρέουν από μια τέτοια κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη Διοίκηση.
Για τον ίδιο λόγο, οι αναφορές σε ενδεχόμενη αστική, ποινική ή πειθαρχική ευθύνη των μελών της ΕΔΕΛ ή των ομάδων ελέγχου της δεν αποτελούν διαπίστωση ότι τέτοια ευθύνη υπάρχει ή όχι στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αποτελούν την απάντηση στο νομικό ερώτημα ποιες αστικές, ποινικές και πειθαρχικές συνέπειες προβλέπει εν γένει η έννομη τάξη για τα πρόσωπα αυτά, εφόσον συντρέξουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις.
Εν προκειμένω, ο κ. Γεωργιάδης αποσιωπά τα ερωτήματα, στα οποία απαντά η γνωμοδότηση, ενώ απομονώνει ορισμένα συμπεράσματα και επιχειρεί να τους αποδώσει περιεχόμενο που δεν έχουν. Πρόκειται για μια συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας λανθασμένων εντυπώσεων, επικαλούμενος, μάλιστα, για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο την ακαδημαϊκή μου ιδιότητα, αλλά και την προηγούμενη ιδιότητά μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδιότητα που είχα πάψει να διατηρώ πολύ πριν από τη σύνταξη της συγκεκριμένης γνωμοδότησης».



