Δημοσκόπηση Interview– Τί έδειξε και τι σημαίνει αυτό για την Δημοτική Αρχή, γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η Αθήνα έμοιαζε ως μόνιμο πεδίο πειραματισμού “μαθητευόμενων μάγων”, με το επικοινωνιακό περιτύλιγμα να προηγείται της ουσίας και το εργολαβικό κέρδος να προηγείται της ποιότητας ζωής των πολιτών που πληρώνουν, αντέχουν και απαιτούν στοιχειώδη αξιοπρέπεια.
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που λίγοι πίστευαν ότι η Αθήνα μπορεί να αλλάξει πραγματικά. Όχι απλά να “φαίνεται” αλλιώς, αλλά και να λειτουργεί αλλιώς.
Ακόμα λιγότεροι, τότε, θα στοιχημάτιζαν ότι ο άνθρωπος που θα έφερνε αυτή τη μετατόπιση δεν θα ήταν ένας επαγγελματίας πολιτικός, αλλά ένας αναγνωρισμένος διεθνώς Καθηγητής Ενεργειακής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής του Πολυτεχνείου, ο Χάρης Δούκας, που μπήκε στην άνιση μάχη απέναντι σε ένα πανίσχυρο κατεστημένο, με εργαλεία, διάθεση και επίγνωση ότι η πόλη δεν είναι σκηνικό, είναι ζωή.
Μέχρι τότε:
Βλέπαμε μεγάλες μακέτες που υπόσχονταν μέλλον, αλλά απέφευγαν το παρόν.
Ακούγαμε μεγάλα λόγια που περιέγραφαν τα προβλήματα , αλλά δεν αναζητούσαν τις λύσεις.
Ανεχτήκαμε μεγάλα «ΕΓΩ» που έκαναν την πόλη προέκταση της προσωπικής τους εικόνας.
Ζήσαμε τέλος και «Μεγάλους Περιπάτους» που διαφημίστηκαν ως τομή, υλοποιήθηκαν ως καταστροφή και τελικά λειτούργησαν σαν υπενθύμιση ότι η επικοινωνία μπορεί να προηγηθεί της πραγματικότητας, αλλά δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.
Η πρόσφατη, λοιπόν, μεγάλη δημοσκόπηση της Interview που έγινε τον Δεκέμβριο για λογαριασμό της POLITIC και δημοσιεύθηκε την περασμένη Δευτέρα (05/01), καταγράφει κάτι που οι κάτοικοι της πρωτεύουσας, παρά τη συστημική προπαγάνδα και τις εξευτελιστικές θεατρικές παραστάσεις που δίνει η προηγούμενη διοίκηση του «Αθήνα Ψηλά» στα δημοτικά συμβούλια, το νιώθουν ήδη στη ροή της καθημερινότητας τους.
Οι θετικές γνώμες για το συνολικό έργο της Δημοτικής Αρχής φτάνουν στο 37,2% από 29% που ήταν τον Απρίλιο του 2025.
Αυτή η μεταβολή δεν είναι ένα απλό δημοσκοπικό στοιχείο. Είναι πολιτικό μήνυμα.
Σε μια πόλη που είχε εκπαιδευτεί να μην πιστεύει, ένα κομμάτι της κοινωνίας αρχίζει να αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένας δήμαρχος και μια δημοτική αρχή παρούσα.
Σε αυτό το άρθρο δε θα επικεντρωθώ στα επιμέρους ποσοστά και στατιστικά, άλλωστε μπορείτε να διαβάσετε όλόκληρη την έρευνα εδώ.
Αξίζει όμως να αναφερθώ σε μερικά κρίσιμα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη δημοσκόπηση. Ειδικά λαμβάνοντας υπόψιν πως καμία Δημοτική Αρχή στο παρελθόν δεν έχει δεχτεί τόσο πόλεμο, τέτοιον οικονομικό στραγγαλισμό και αυτού του τερατώδους μεγέθους αφαίρεση αρμοδιοτήτων και περιουσίας, από μια κεντρική εξουσία και μια κυβέρνηση που δεν έκρυψε ούτε στιγμή την πολιτική της προτίμηση, ούτε την ταξική της μεροληψία, ούτε την αλλεργία της σε οτιδήποτε δεν ελέγχει, φτάνοντας στη σημείο να θυσιάσει την ευημερία των πολιτών της Αθήνας για μικροπολιτικούς σκοπούς.
1ο συμπέρασμα:
Η αποδοχή δεν έρχεται επειδή ξαφνικά “έπεσαν” οι τόνοι. Έρχεται ακριβώς επειδή η πόλη βλέπει ότι υπάρχει κέντρο βάρους.
Ο Δούκας και η ομάδα του δεν κυβέρνησαν με το παλιό μοντέλο της βιτρίνας. Δεν πούλησαν “Μεγάλη Ιδέα” για να καλύψουν μικρή δουλειά.
Πήγαν ανάποδα.
Πρώτα το στοιχειώδες, μετά το αφήγημα. Πρώτα η καθημερινότητα, μετά οι κορδέλες. Σε μια Αθήνα που είχε συνηθίσει να ακούει μεγάλα λόγια και να ζει μικρές ζωές, αυτό λειτουργεί σαν πολιτική ανωμαλία (με την καλή έννοια).
2ο συμπέρασμα:
Η δημοσκόπηση δείχνει κάτι πιο σημαντικό από μια απλή “άνοδο” ποσοστών.
Δείχνει μετατόπιση κριτηρίου.
Για χρόνια η Αθήνα αξιολογούσε τους δημάρχους της με όρους εικόνας. Με όρους τηλεοπτικού πλάνου. Με όρους “να μη χαλάμε τη ζαχαρένια κανενός”.
Τώρα αρχίζει να αξιολογεί με όρους απόδοσης, με όρους “αυτό φαίνεται στη ζωή μου και στη γειτονιά μου”. Αυτό είναι πολιτική μεταβολή.
3ο συμπέρασμα:
Η πόλη αρχίζει να αποσυνδέει τον Δήμο από το παλιό σύμπλεγμα ισχύος που την κράτησε πίσω.
Για χρόνια ο Δήμος παρουσιαζόταν είτε ως προέκταση κυβερνητικού γραφείου είτε ως σκηνικό για προσωπικές φιλοδοξίες.
Για χρόνια ο Δήμος δεν ήταν θεσμός που διεκδικεί, αλλά διακοσμητικό που διαχειρίζεται. Αυτό που ενοχλεί σήμερα το κεντρικό κράτος δεν είναι μόνο ότι ο Χάρης Δούκας “κάνει αντιπολίτευση”.
Είναι ότι θυμίζει στον κόσμο πως υπάρχει και άλλο κέντρο νομιμοποίησης εκτός κυβέρνησης του Μαξίμου. Υπάρχει η πόλη ως πολιτικό υποκείμενο. Υπάρχουν οι γειτονιές. Υπάρχουν οι ανάγκες που δεν χωράνε σε επικοινωνιακά πακέτα.
Υπάρχει τέλος, η υπενθύμιση πως μια αρχαία «πόλη-κράτος», θυμάται τις ρίζες της Δημοκρατίας και θα πολεμήσει ξανά γι αυτή.
Γι’ αυτό και ο πόλεμος του δήθεν «επιτελικού κράτους» και του Μαξίμου ήταν τόσο λυσσαλέος.
Ο οικονομικός στραγγαλισμός, η αφαίρεση αρμοδιοτήτων, η αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων και η διαρκής υπονόμευση, δεν ήταν “διαφωνία πολιτικής”. Ήταν τελεσίγραφο πειθαρχίας. «Μείνετε μικροί. Μείνετε ακίνδυνοι. Μείνετε διακοσμητικοί».
Μια δημοτική αρχή που διεκδικεί πόρους και αρμοδιότητες, που σηκώνει κεφάλι απέναντι σε κεντρικές αποφάσεις που στραγγαλίζουν τις πόλεις μας, που μιλά για κοινωνική πολιτική, στέγη, δημόσιο χώρο, πράσινο, ασφάλεια με όρους δικαιωμάτων και όχι επικοινωνίας, είναι θεσμική απειλή για ένα σύστημα που θέλει τους δήμους πελάτες και τους δημότες σε ύπνωση. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της “μεταβολής” που καταγράφει η δημοσκόπηση.
Η πόλη αναγνωρίζει ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό υπάρχει μια δημοτική αρχή που δεν παίζει ρόλο κομπάρσου. Που δεν μπερδεύει την πολιτική με την παραγωγή εντυπώσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν λάθη, καθυστερήσεις και αστοχίες. Υπάρχουν. Όποιος δουλεύει σε μια πόλη με τέτοιο βάρος, τέτοια χρέη, τέτοια εγκατάλειψη δε γίνεται να μην τσαλακωθεί. Αλλά εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Τα λάθη αυτά δεν κρύβονται πίσω από αλαζονεία. Δεν βαφτίζονται “μεταρρυθμίσεις”. Δεν καλύπτονται από επιθετική προπαγάνδα. Η δημοτική αρχή του Χάρη Δούκα επιστρέφει καθημερινά στον τόπο του εγκλήματος που δημιούργησαν άλλοι. Στο πεζοδρόμιο, στο σχολείο, στη γειτονιά. Εκεί όπου η πολιτική είτε δικαιώνεται είτε γελοιοποιείται.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο πιο πολιτικό μέρος της δημοσκοπησης.
Η Αθήνα δεν άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες. Κατάφερε όμως κάτι πιο σημαντικό. Άλλαξε η προσδοκία.
Για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια, υπάρχει μετρήσιμος χώρος για μια απλή, σχεδόν ξεχασμένη ιδέα: ότι ο Δήμος μπορεί να είναι με τη σωστή πλευρά της κοινωνίας, όχι με αυτή των συμφερόντων. Ότι μπορεί να λειτουργεί ως ανάχωμα στην αδηφαγία της αγοράς, στην εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου, στη λογική “όποιος αντέξει”. Οτι μπορεί να μιλά για δικαίωμα στην πόλη χωρίς να ζητά συγγνώμη.
Αν αυτή η δημοσκοπηση σημαίνει κάτι, δεν είναι ότι “ανεβαίνει η αποδοχή”. Είναι ότι ραγίζει η μοιρολατρία που μας είχε πείσει ότι τίποτα δεν αλλάζει, ότι όλοι ίδιοι είναι, ότι η Αθήνα είναι καταδικασμένη να είναι Disneyland τουρισμού και real estate.
Η δημοσκόπηση δεν είναι για πανηγύρια. Είναι όμως η ένδειξη ότι το έδαφος κινείται.
Και σε μια πόλη που είχε μάθει να σέρνεται, το να κινείται ξανά είναι ήδη πολιτική είδηση.
Η έρευνα αυτή δεν ωραιοποιεί. Καταγράφει τις απαιτήσεις που έχουν οι Αθηναίες και οι Αθηναίοι από τον Χάρη Δούκα. Σημαίνει ότι οι δημότες ανεβάζουν τον πήχη επειδή ακριβώς βλέπουν ότι υπάρχει κάποιος που μπορεί να τον φτάσει και να τον υπερβεί.
Η Αθήνα ξαναμπαίνει σε τροχιά διοίκησης με επάρκεια κι αυτό είναι η μεγάλη ανατροπή σε σχέση με την εποχή της βιτρίνας και των εργολάβων.
Τότε η πόλη έπρεπε να φαίνεται. Τώρα πρέπει να λειτουργεί.
Η Αθήνα έπαψε να είναι καταδικασμένη. Και αυτό, σε μια χώρα που για χρόνια έμαθε να θεωρεί τη δυσλειτουργία φυσικό νόμο, είναι ίσως η πιο υποτιμημένη μορφή πολιτικής αλλαγής.
ΥΓ1.
Κακά τα ψέματα, η καθαριότητα είναι από τους πιο σημαντικούς δείκτες σοβαρής διοίκησης στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Ε λοιπόν εδώ η Αθήνα δεν έγινε «πιο καθαρή από ποτέ» με αφηγήματα. Έγινε με στόχο, με πρόγραμμα, έλεγχο, επάρκεια και σκληρή δουλειά. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ανανέωση του στόλου οχημάτων καθαριότητας και δημοτικών υπηρεσιών συγκεντρώνει 87,7% αποδοχή.
Ας δώσουμε λοιπόν το credit που της αξίζει στην Ρωξάνη Μπέη, την επί δύο χρόνια αντιδήμαρχο καθαριότητας.
Όταν μια τόσο βασική παρέμβαση παίρνει τέτοια αποδοχή, σημαίνει ότι ακουμπάει σε πραγματικό έδαφος. Στην εμπειρία του δρόμου, όχι στις διακηρύξεις.
ΥΓ3.
Μια οποιαδήποτε διοίκηση κρίνεται από το αν ο πολίτης “βρίσκει άκρη”.
Το 53,2% δηλώνει ότι έχει έρθει σε επαφή με υπηρεσίες του Δήμου τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτά τα νούμερα δείχνουν κάτι που συχνά ξεχνάμε: ψηφιακό άλμα δεν σημαίνει να πετάξεις τον κόσμο έξω από το σύστημα. Σημαίνει να δημιουργήσεις πολλαπλές επιλογές προς τη λύση. Η δουλειά που έχει κάνει ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΑΕΜ, Λάζαρος Καραούλης, στη μετάβαση του Δήμου σε μια νέα ψηφιακή, πράσινη εποχή, είναι υποδειγματική.
ΥΓ4.
Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το 60,1% που δηλώνει ότι θέλει πιο ενεργή συμμετοχή σε δράσεις και διαβουλεύσεις του Δήμου.
Αυτό είναι πολιτικό κεφάλαιο στο οποίο ο Χάρης Δούκας επένδυσε από την πρώτη μέρα που ανέλαβε ως Δήμαρχος. Η Αθήνα για χρόνια έμοιαζε με πόλη θεατών. Τώρα ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών ζητά ρόλο και συμμετοχή. Και αυτό συμβαίνει μόνο όταν μια διοίκηση δεν μιλά μόνο, αλλα και ακούει.
ΥΓ5.
Το πράσινο είναι οξυγόνο ζωής, όχι γκροτέσκα διακόσμηση με θάμνους, ουασιγκτόνιες και τσίγκινες ζαρντινιέρες σε δρόμους «βιτρίνα». Η δέσμευση του Χάρη Δούκα για φύτευση 5.000 δέντρων κάθε χρόνο δεν έμεινε προεκλογική αφίσα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της εφαρμογής του Δήμου και το 2024 και το 2025 ο στόχος υπερέβη κάθε προσδοκία και νούμερα. Αυτό είναι το αντίθετο της τσιμεντοποίησης ως νοοτροπίας. Είναι επιλογή να δώσεις στην πόλη σκιά, ανάσα και αντοχή. Και είναι επιλογή να την κάνεις με ρυθμό, όχι με φωτογραφίες.
ΥΓ6.
Η προφανής αναβάθμιση της κοινωνική πολιτικής και των κοινωνικών υπηρεσιών του Δήμμου Αθηναίων είναι η σπονδυλική στήλη που κρατάει όρθιους τους πολίτες μιας πόλης που πιέζονται ασφυκτικά από ακρίβεια, ένδεια και εγκατάλειψη από την κεντρική εξουσία.
Το ίδιο και η καταπληκτική δουλειά που έγινε στους τομείς της Αστικής Πανίδας από την Όλγα Δούρου και τις συνεργάτριές της.
ΥΓ7.
Και τέλος, μέσα σε όλα αυτά, η Αθήνα ξαναβρίσκει και τον πολιτιστικό της βηματισμό.
Οχι ως εύκολο σύνθημα αλλά ως καθημερινή εμπειρία μιας πόλης που θέλει να είναι πρωτεύουσα και να το αποδεικνύει στην πράξη.
Πολιτισμός να μπορείς να ζεις στην Αθήνα και όχι απλώς να την επισκέπτεσαι.
Το Φεστιβάλ του Δήμου Αθηναίων (Athens City Festival) λειτουργεί πια σαν κορμός αυτού του νέου ρυθμού. Οχι ως ένα ακόμα “event” για τη βιτρίνα αλλά ως ημερολόγιο πόλης που απλώνεται στον χρόνο, στους δρόμους και στις γειτονιές. Και αυτό είναι το πραγματικό στοίχημαπου κερδήθηκε τα τελευταία 2 χρόνια. Να πάψει ο πολιτισμός να είναι προνόμιο συγκεκριμένων χώρων, συγκεκριμένων ωρών, συγκεκριμένων ανθρώπων.
Ποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη σου προσφέρει έναν ολόκληρο μήνα, τον Μάιο, ως ανοιχτή πρόσκληση να ξαναπερπατήσεις την πόλη σου, να τη δεις αλλιώς, να την κατοικήσεις ξανά; Οχι μόνο με συναυλίες και παραστάσεις αλλά με δράσεις που κάνουν κάτι πιο δύσκολο από το να ψυχαγωγήσουν. Επανασυνδέουν τους ανθρώπους με τον τόπο τους.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η πολιτιστική στροφή δεν έρχεται σε κενό. Πατάει πάνω στη λογική μιας δημοτικής αρχής που αντιμετωπίζει την πόλη ως ζωντανό οργανισμό, όχι ως real estate αφήγημα.
Εκτός του Φεστιβάλ του Δήμου Αθηναίων, υπάρχει βεβαια και ο ΟΠΑΝΔΑ, που για χρόνια αντιμετωπιζόταν σαν μια “ήσυχη υπηρεσία” με ωραίες προθέσεις και περιορισμένο αποτύπωμα. Κι όμως, ακριβώς εκεί φαίνεται η διαφορά ανάμεσα σε μια πόλη που απλώς διοργανώνει και σε μια πόλη που χτίζει πολιτισμό ως καθημερινό δικαίωμα.
Ο ΟΠΑΝΔΑ δεν είναι συμπλήρωμα. Είναι ο σταθερός μηχανισμός που κάνει τον πολιτισμό να μην εξαρτάται από συγκυρίες, χορηγικές διαθέσεις και επικοινωνιακές κορυφώσεις. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι μόνο “μεγάλα” γεγονότα. Είναι οι βιβλιοθήκες που δουλεύουν, τα πολιτιστικά κέντρα που δεν είναι άδεια κελύφη, τα εργαστήρια, οι δράσεις για παιδιά και εφήβους, οι παιδικές χαρές που αναβαθμίζονται συνεχώς τα τελευταία δυο χρόνια, οι χώροι άθλησης, οι δημοτικές σκηνές που δεν λειτουργούν ως κλειστά κλαμπ. Είναι η δυνατότητα να συμμετέχεις χωρίς να έχεις “γνωριμίες” και χωρίς να χρειάζεται να πληρώσεις για να θεωρηθείς μέρος της πόλης.
Αυτός είναι και ο λόγος που η κουβέντα για τον πολιτισμό δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από τον δημόσιο χώρο, την καθαριότητα, τον φωτισμό, την ασφάλεια και την προσβασιμότητα. Δεν είναι “άλλα θέματα”. Είναι το ίδιο θέμα.
Μια πόλη που δεν λειτουργεί, δεν μπορεί να παράγει πολιτισμό. Μπορεί μόνο να παράγει events. Και μια πόλη που παράγει μόνο events, τελικά εξυπηρετεί όσους την καταναλώνουν, όχι όσους την κατοικούν.



